Η κατηγορία των άρθρων περιλαμβάνει επιλεγμένα άρθρα διαφόρων θεματολογικών ενοτήτων:

  • Ιστορικά άρθρα
  • Λαογραφικά άρθρα
Ιστορικά άρθρα Λαογραφία
 
 

Ο λοστρόμος του Χάμιλτον ... από την Αγουλινίτσα

«Η μοίρα φανερώνεται κάτω από πολύ διαφορετικές μορφές, οι θεοί αποτελειώνουν πολλά πράγματα κόντρα στη δική μας προσδοκία, κι εκείνα που τα περιμένουμε δεν έρχονται. Μα ο Θεός ανοίγει το δρόμο σε απρόβλεπτα γεγονότα...».

Ποιος να το φανταζόταν ότι, μέσα στα ερείπια ενός γκρεμισμένου μοραΐτικου ανεμόμυλου, κοντά στις Μυκήνες, μερικές δεκαετίες πίσω στο χρόνο, θα επιβεβαιωνόταν η παραπάνω ρήση του μεγάλου τραγικού ποιητή Ευριπίδη (480 π.Χ. - 406 π. Χ.) και θα αποκαλυπτόταν μια άγνωστη σε όλους μας ιστορίας στα χρόνια της Επανάστασης του 1821 με άρωμα… Αγουλινίτσας…

Ποιος να φανταζόταν ότι, στα ταραγμένα χρόνια της Επανάστασης, ένα ορφανό αμούστακο παιδί από την Αρκαδία θα κατέφευγε στην Αγουλινίτσα για να βρει αποκούμπι και προστασία στα χέρια ενός Αγουλινιτσαίου βαρκάρη συγγενή του και, από εκεί, αφού θα αντίκριζε «ιδίοις όμμασι» την επίθεση και την ήττα των Λαλαίων Τουρκαλβανών στις 24 Απριλίου 1821, αλλά και την επίθεση των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ στα Μπογάζια, στις 24 Νοεμβρίου 1825, να καταλήξει, στη συνέχεια, λοστρόμος στη φρεγάτα «Κάμπριαν» (“HMS Cambrian”) του πλοιάρχου και κομμοδόρου (= αρχηγού ναυτικής μοίρας) του αγγλικού στόλου, Χάμιλτον…

Και ποιος, τέλος, να φανταζόταν ότι, στα θεμέλια του μύλου, ένας εργάτης θα παρέδιδε τα καλά κρυμμένα χειρόγραφα στον κληρονόμο του μύλου, ο οποίος, εν συνεχεία, θα τα παρέδιδε στον γείτονά του, «καλλιεργημένο, ξύπνιο και στοχαστικό» παππού του συγγραφέα Σπύρου Παναγιωτόπουλου, για να τα εμπιστευθεί, εν τέλει, στα χέρια του εγγονού του, ο οποίος, στις αρχές του 1976, περνώντας τυχαία με λεωφορείο από την Αγουλινίτσα, «ήρθε στη μνήμη του η ιστορία που ’χε διαβάσει μικρός», αποφασίζοντας έτσι να συγκεντρώσει ό,τι θυμόταν (και θυμόταν πάρα πολλά) στο διήγημα με τίτλο: «Ο ΛΟΣΤΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΧΑΜΙΛΤΟΝ –η μικρή «ιστορία» ενός απλού, αλλά γενναίου Έλληνα-», το οποίο δημοσιεύθηκε στη μηνιαία έκδοση του Αρχηγείου της Αστυνομίας Πόλεων, με τίτλο: «ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ» (τεύχος 478 – 479, Μάρτιος-Απρίλιος 1976)…

Αλλά, ας αφήσουμε τον ίδιο τον συγγραφέα να μα διηγηθεί τα όσα θυμήθηκε από το περιεχόμενο των χειρογράφων του νεαρού λοστρόμου…


«Σ’ ΕΝΑΝ ΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΟ μοραΐτικο ανεμόμυλο, πού άλλοτε ορθώνονταν περήφανα λίγα χιλιόμετρα έξω άπό το Άργος, στις Μυκήνες κοντά, βρεθήκανε πριν άπό κάμποσα χρόνια κάτι χειρόγραφα. Ήτανε κιτρινισμένα, ξεσκισμένα στις άκρες, αραιά γραμμένα, γεμάτα ανορθογραφίες. Όσην όμως ασχήμια παρουσίαζαν εξωτερικά, τόση ήταν ή εσωτερική τους ομορφιά, τόση η αξία τους. Και πρέπει να χρωστάμε χάρη στον ταπεινό σκαφτιά, πού δεν τα παραπέταξε όταν, καθώς πάσχιζε νά βγάλει τις μεγάλες πέτρες για να ισοπεδώσει τον τόπο που θέλανε να τον κάνουνε χωράφι, τα βρήκε, καλά φροντισμένα, τυλιγμένα μ’ ένα κατσικίσιο δέρμα και σφιχτοδεμένα με πέτσινα λουριά. Θα ’χαν ίσως όλα σαπίσει από την πολυκαιρία και την υγρασία και τίποτα πια δέ θα ’χε απομείνει αν δεν τα προστατεύανε δυο μεγάλες λιθαρένιες πλάκες, η μιά κάτω κ’ η άλλη απάνω, που ήταν έτσι ταιριασμένες, ώστε σχηματίζανε κάτι παρόμοιο με κλειδοπίνακα.

Αυτά τα χειρόγραφα παραδόθηκαν από τον εργάτη στον κληρονόμο του μύλου, έναν γηραλέο γείτονα και φίλο του παππού μου, κι αυτός ούτε τα κοίταξε. Δέν τους έδωσε όμως δρόμο. Τα ’βαλε σε μιαν άκρη, «να βρίσκονται». Ήρθε η ώρα κ’ έκλεισε τα μάτια του ο αγαθός γείτονας κ’ η γυναίκα του τα ’δωσε στον παππού, «να φεύγουν από τη μέση». ’Ήτανε καλλιεργημένος άνθρωπος, ξύπνιος και στοχαστικός ο παππούς μου, αλλά με τα χρόνια είχε λιγοστέψει το φως του, για τούτο και μ’ έβαλε να ξεκαθαρίσω τα χαρτιά και να του τα διαβάσω. Μικρό παιδί ήμουνα τότε, δε νόγαγα πάρα πολύ λίγα πράματα, μπορούσα όμως από κάποιαν έμφυτη αξιοσύνη να βγάζω και τα πιο μπερδεμένα γράμματα. Αφού παιδεύτηκα ώρες πολλές να βάλω σε τάξη τα χαρτιά και να μπω στο νόημα για το τι θέλανε να πούνε, άρχισα την ανάγνωση. Ήτανε, θυμάμαι, ένα χειμωνιάτικο απομεσήμερο που δεν είχαμε σχολείο. Καθόμουνα κοντά στο μεγάλο καρυδένιο τραπέζι έχοντας αριστερά τη γυάλινη λάμπα του πετρελαίου, ο παππούς είχε ξαπλώσει στην κουνιστή πολυθρόνα του, πλάι στο τζάκι, και φούμαρε το ναργιλέ του. Σώπαινε, μόνο που κάπου-κάπου, με σταματούσε για να του επαναλάβω ένα όνομα, μιαν ημερομηνία, ή για να μου εξηγήσει τί σήμαινε η μια κι’ η άλλη ασυνήθιστη, ξενική λέξη.

ΠΕΡΑΣΑΝΕ τα χρόνια, έφυγε ο παππούς για κει που είχαν αποδημήσει, πριν της ώρας τους, τά γονικά μου, πήγα στον πόλεμο — τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Όταν γύρισα, πάσχισα να στεριώσω στην Αθήνα. Το σπίτι μας είχε από χρόνια πέσει σε ξένα χέρια, μη ρωτάτε γιατί. Σφιχτοδεμένος στον τροχό της ανάγκης, είχα απολησμονήσει μαζί με τόσα άλλα τα χειρόγραφα, που μήτε ξέρω πια τι απογίνανε. Και να, ξαφνικά, πριν άπό λίγες μέρες, όπως περνούσα μ’ ένα λεωφορείο από την Αγουλινίτσα, ήρθε στη μνήμη μου η ιστορία που ’χα διαβάσει μικρός. Αχνά στην αρχή, κάπως αόριστα, κ’ έπειτα ξεκάθαρα. Σκέφτηκα πως δε θα ’ταν ίσως, ανώφελο να την αφηγηθώ, έστω κι αν μου ξεφεύγουνε κάποιες λεπτομέρειες. Λοιπόν, ο άνθρωπος που τήν είχε γράψει πολλά είχε ιδεί εκεί και πολλά πάθη τον καιρό του Μεγάλου Ξεσηκωμού.

Στις αρχές του 1821, αμούστακος ακόμη, έζησε το δράμα της επιδρομής των περιβόητων Λαλαίων, που αφού νικήσανε μ’ αιφνιδιασμό τους Έλληνες τού Πύργου 1 της Ηλείας και σκοτώσανε πολλούς και γδύσανε την πόλη, ξεχύθηκαν στον γύρω από τον Αλφειό κάμπο και ριχτήκανε στην πατρίδα του, την Αγουλινίτσα2. Εκεί, λίγοι ντόπιοι, μ’ επικεφαλής έναν άντρα πολύ ψυχωμένο, τον Μοσχούλα3, και λιγότερους Πυργιώτες, αντισταθήκανε γερά. Ήτανε δεν ήτανε εκατόν πενήντα όλοι-όλοι μαζί με κάτι Αρκαδινούς, πού τρέξανε να τους βοηθήσουν. Ξέροντας οι βάρβαροι ότι φυλαγότανε καλά μια θέση οχυρή, το Κλαδί4, αποφύγανε να περάσουν από κει. Το μεγάλο ποτάμι έτυχε να μην έχει πολύ νερό. Μπήκανε μέσα ως τα γόνατα, διαβήκανε, και πέσανε σαν όρνια στην μικρή πολιτεία, όπου βρήκαν αντίσταση. Ένας γενναίος οπλαρχηγός που βρισκότανε με τα λίγα παλληκάρια του σ’ έναν γειτονικό λόφο, την Δάρβιζα5, κίνησε να βοηθήσει τούς Αγουλινιτσιώτες. Οι Τουρκαρβανίτες του Λάλα, βλέποντάς τους από μακριά, τους πήρανε για Μανιάτες, γιατί φορούσανε μαύρες βράκες κ’ είχανε κόκκινη σημαία, καθώς εκείνοι. Κάποιος βαρδιάνος έκραξε: «’Έρδε Μανιάτμπεη μέ Μανίστενε. ’Ίκινι!», δηλαδή, «έρχεται ο Μπέης της Μάνης με Μανιάτες, φευγάτε», κι αμέσως οι παλληκαράδες ένιωσαν τέτοια τρομάρα, που το βάλανε στα πόδια. Βγήκαν έξω οι πολιορκημένοι, τους πήραν από κοντά, τους τσακίσανε και τους ντροπιάσανε. Πρώτη τους φορά νικήθηκαν οι απαίσιοι Λαλαίοι, που έμελλε να εξοντωθούν, όχι πολύ αργότερα. Μα τα κακό είχε γίνει στον τόπο, κι άνθρωποι χαθήκανε και ζωντανά, χώρια από τις κάθε λογής ζημιές στις εκκλησιές, στα σπίτια, στα χωράφια.

Το χειμώνα τού 18256, φάνηκε ο Ιμπραήμ ύστερα από τη στερνή πολιορκία της ιερής πόλης του Μεσολογγίου, κι έβαλε πλώρη για την Αγουλινίτσα. Το μάθαν οι ντόπιοι και πήγανε να κρυφτούνε μέσα στη ρηχή λιμνοθάλασσα με τους πολλούς καλαμιώνες και τα πολλά μικρά νησιά. Οι γυναίκες βοηθήσανε τους πολεμιστές: πήρανε τα παιδιά τ’ ανήλικα, χαθήκανε μέσα στα πυκνά θάμνα και βαλθήκανε να ψαρεύουν -η λιμνοθάλασσα έτρεφε τότε ψάρι πολύ- και να μαγειρεύουνε για όλους. Μερικές που κρατούσανε καριοφίλια, ρίχνανε πεσμένες μπρούμυτα. Ο κοντός, βλογιοκομμένος κοκκινοτρίχης αρχηγός των Τουρκοπαίδων7, όχι μια, αλλά τρεις και τέσσερες φορές πάσχισε να ξεκάνει τους Έλληνες, μα δεν πέτυχε. Τους κυνηγούσε με λύσσα, κι εκείνοι, που ξέρανε καλά τα περάσματα, του ξεφεύγανε. Χωνόντουσαν μέσα στα καλάμια κ’ οι στρατιώτες του μάταια προσπαθούσαν να ιδούνε κανέναν, ενώ τα βόλια τους θερίζανε. Πολλοί εχθροί βουλιάζανε μέσα στη λάσπη, χάνανε άδοξα τή ζωή τους, χάνανε τα ζώα τους. Ως κι ο ίδιος o Ιμπραήμ πολεμούσε με την πιστόλα στο χέρι, χούγιαζε τους στρατιώτες του, βλαστημούσε. Κ’ επειδή δεν ήταν άνθρωπος, αλλά θεριό ανήμερο, άμα τύχαινε να βρει μπροστά του γυναικόπαιδα, τα σκότωνε έτσι, για γούστο. Για να ξεκαμπίσει τους δικούς μας, αυτό τό τέρας, έβαζε φωτιά στα καλάμια, θέλοντας να τούς πνίξει μέ τούς καπνούς. Όμως εκείνοι δεν παύανε να ντουφεκάνε καλοκρυμμένοι, και μόνο μερικοί εξαιρετικά γενναίοι προχωρούσανε με τα μονόξυλά τους ανάμεσα από τα τείχη των πυκνών καλαμιών και ρίχναν ασταμάτητα, χωρίς όμως μεγάλη επιτυχία, γιατί τους τύφλωναν οι καπνοί. Ήταν αγώνας σκληρός, αλλόκοτος, από κείνους πού δεν μπορεί να ιστορήσει κανείς μέ λόγια. Δυο-τρεις φορές βρέθηκε σε κίνδυνο ο ίδιος ο Ιμπραήμ, και θα ‘τανε χαμένος, αν δέν τον γλύτωναν, αψηφώντας τη ζωή τους, μερικοί αφοσιωμένοι άντρες του, που τον περιτριγύριζαν. Ο εχθρός αναγκάσθηκε, επί τέλους, να πάρει δρόμο. Περνώντας από το δάσος, που ήτανε πολύ πυκνό, οι Τουρκαραπάδες, ύστερα από προσταγή του αρχηγού τους, αμολήσανε κάτι άγριους σκύλους κι αυτοί, με τα ουρλιάσματα, τους οδήγησαν κατά τις μεριές που κρυβόντουσαν δικοί μας. Έγινε μεγάλος σκοτωμός.

Έπειτα, βλέποντας ότι μήτε κ’ έτσι δε μπορούσαν να γονατίσουν τα παλληκάρια μας, φύγαν, αφού πρώτα βάλανε φωτιά στο δάσος. Η πολιορκία κράτησε δέκα μέρες. 'Όταν αδειάσανε τον τόπο οι βάρβαροι, βρεθήκανε σκοτωμένοι από δαύτους κάπου 150, πληγωμένοι 80, ποιος ξέρει όμως πόσοι είχανε πνιγεί μέσα στο έλος; Βρήκανε και 80 κουφάρια αλόγων. Από τους δικούς μας, λείψανε 140. Ήταν άντρες που χάσανε τη ζωή τους πολεμώντας και γυναίκες που ριχτήκανε στο βυθό της λίμνης και πνιγήκανε όταν είδανε πως κινδυνεύανε να χάσουνε την τιμή τους.

Ο ΣΧΕΔΟΝ αγράμματος απομνημονευματογράφος λέει, πως μετά βρέθηκε να υπηρετεί στη μεγάλη φρεγάτα του Άγγλου ναυάρχου Χάμιλτον. Αλλά θά χρειαστεί, πριν συνεχίσουμε την αφήγηση, νά μιλήσουμε για τον έξοχο εκείνο φιλέλληνα, που τόσες υπηρεσίες έχει προσφέρει στη χώρα μας. Ο Χάμιλτον ήτανε Σκωτσέζος 8 κ’ είχε όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ράτσας του. Ο ιστορικός Σπυρίδων Τρικούπης γράφει γι’ αυτόν, τα εξής: «Ο ανήρ ούτος εκέρδισεν εξ αρχής του αγώνος τας καρδίας των Ελλήνων δια της φιλελληνικής διαγωγής του" ολίγοι αλλ’ εμβριθείς ήσαν οι λόγοι του- βαρύ αλλά καλοκάγαθον το ήθος του" πλήρης ανοχής η προς τούς Έλληνας διαγωγή του, και σωτήριοι αι συμβουλαί του . . .». Στην αρχή δεν είχε αισθήματα φιλελληνικά, μα μήτε καί φιλοτουρκικά. Ήταν αδιάφορος. Όταν, την άνοιξη του 1822, ο απαίσιος Άγγλος αρμοστής της Επτανήσου Μαίτλαντ 9, που είχε εμποδίσει τον Μιαούλη να κυνηγήσει τον τουρκικό στόλο στο αντίκρυ από την Κέρκυρα λιμάνι του Μούρτου 10 κι ο αδάμαστος Υδραίος θαλασσομάχος έστειλε ένα καράβι του να ζητήσει εξηγήσεις, αυτός το κατέσχεσε, γιατί, τάχα, ελληνικά πλοία πατήσαν έδαφος αγγλικό κι άρπαξαν πρόβατα, ανάθεσε στον Χάμιλτον νά πάει στην Ύδρα καί νά πετύχει ηθικές καί οικονομικές ικανοποιήσεις. Ο Χάμιλτον έκανε τη δουλειά του μιά χαρά, κατάφερε, μάλιστα, νά πάρει γι’ αποζημίωση 400 δίστηλα 11. Και, το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου, πάσχισε να διαλύσει την πολιορκία τ’ Αναπλιού από τη θάλασσα, πιστεύοντας — και λέγοντας — ότι οι Έλληνες «είναι στίφη άτακτα», μα, ό γαμπρός του Κουντουριώτη, Ορλάνδος 12, που φρόντισε να γνωριστεί μαζί του, μπόρεσε νά τον εμποδίσει. Έφυγε σε λίγο από τον Αργολικό ό Σκωτσέζος αξιωματικός και ξαναφάνηκε μετά την καταστροφή του Δράμαλη. Είχε την πρόθεση νά επικοινωνήσει με τους Τούρκους, αλλά η Ελληνική Κυβέρνηση τον παρακάλεσε να μην το κάνει. Κι αυτός δε δυσκολεύτηκε να υποχωρήσει. Από κείνο τον καιρό, χάρη στις γνωριμίες του με δικούς μας θαλασσινούς, που τότε μόλις στάθηκε βολετό να εκτιμήσει τις αρετές τους, την ικανότητα, την ειλικρίνεια, την έμφυτη ευγένεια, το θάρρος και το πάθος για λευτεριά, αγάπησε την Ελλάδα. Από τα πολλά δείγματα του φιλελληνισμού του θ’ αναφέρουμε μόνο ένα: όταν ο Ιμπραήμ (την άνοιξη του 1825) πήγε να χτυπήσει την Αργολίδα, ο Χάμιλτον κίνησε με το στόλο του και παρατάχτηκε έξω από τ’ Ανάπλι, βγήκε, μάλιστα, έξω με πολλούς αξιωματικούς του και βεβαίωσε την ελληνική κυβέρνηση πως, όσο κινδύνευε τ’ Ανάπλι, δε θα ’φευγε από εκεί.

Αξιοσημείωτο είναι και τό εξής, περιστατικό: Όταν η Συνέλευση της Τροιζήνας 13 συζητούσε τα σχετικά με το Σύνταγμα θέματα, ο Κολοκοτρώνης, προβλέποντας ότι θα ’φτανε η ώρα που θ’ αποφασιζότανε η εκλογή αρχηγού του Κράτους, πήγε ν’ ανταμώσει τον Χάμιλτον. Ανέβηκε στη μεγάλη φρεγάτα, τον χαιρέτησε και, χωρίς καμιά προεισαγωγή, του είπε:
 
—Έχουμε ανάγκη από Κυβερνήτη. Μας δίνει η Αγγλία βασιλιά ή ηγεμόνα;
—Όχι.
—Η Ρωσία, η Πρωσία, η Νεάπολη, η Ισπανία;
—Όχι! Όχι ! Ζητήσατε να βρείτε Έλληνα.
—Μα Έλληνα δεν έχουμε άλλον πιο άξιον από τον Καποδίστρια.
 
Ο ναύαρχος, που κοίταζε συλλογισμένος κατά τη θάλασσα γύρισε απότομα τό κεφάλι. Του ’ριξε μι’ αυστηρή ματιά. Ο Γέρος του Μοριά δέν ταράχτηκε καθόλου.
 
—Η Αγγλία είναι η σκέπη μας, είπε. Έχουμε ναύαρχο κι αρχιστράτηγο Άγγλο. Θα θέλαμε και βασιλιά Άγγλο, μα δε μας δίνετε. Μας χρειάζεται ο Καποδίστριας.
 
Ο νους του Χάμιλτον έλεγε «όχι» (και τούτο, γιατί, ο άλλοτε υπουργός του Τσάρου, ήταν ανεπιθύμητος στην πατρίδα του), μα η καρδιά του, που ήτανε γεμάτη Ελλάδα, έλεγε «ναι». Νίκησε η καρδιά.
 
—Λοιπόν, αποκρίθηκε. Διαλέχτε τον Καποδίστρια ή όποιο διάβολο θέλετε, γιατί, αλλιώς, είσαστε χαμένοι.

Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ απομνημονευματογράφος σημειώνει στο κατάστιχό του πώς έζησε τα δραματικά περιστατικά της εποχής του. Βρισκότανε στην Αγουλινίτσα, που δεν ήτανε γενέτειρά του, από παιδί και δούλευε εκεί σάν «κοπέλι» κάποιου βαρκάρη, μακρινού συγγενή του. Τον είχε μαζέψει αυτός ο λιμνιώτης από τον καιρό που έμεινε πεντάρφανος, πριν ακόμη βγάλει την πρώτη τάξη του Αλληλοδιδαχτικού 14 των Αχουριών 15 της Μαντινείας. Ύστερα από το κακό που έκανε στην Αγουλινίτσα ο Ιμπραήμ, ο άνθρωπός μας πήρε τα μάτια του και πήγε στ’ Ανάπλι βαδίζοντας ώρες πολλές ξυπόλητος, με του κόσμου τις προφυλάξεις, για να μην πέσει στα χέρια κανενός εχθρού. Εκεί βρήκε έναν κουμπάρο του πατέρα του που γνώριζε τον Κολοκοτρώνη, κι αυτός τον πήγε στον Γέρο καί τον παρακάλεσε νά τον βολέψει κάπου, για νά τρώει ψωμί. Κάθισε εκείνος και κουβέντιασε μαζί του, θέλοντας να στιμάρει την εξυπνάδα, τις γνώσεις και το κουράγιο του. Έπειτα, του ’δωσε ένα συστατικό γράμμα για τον Χάμιλτον, που είχε πάρει στην υπηρεσία του κι άλλους Έλληνες ναυτικούς. Ο ναύαρχος τον κράτησε για μούτσο 16, δεν άργησε όμως να τον κάνει λοστρόμο 17. Φαίνεται πως κι’ άξιος ήτανε κ’ υπάκουος για να φτουρήσει στη δουλειά των αυστηρών κι απαιτητικών Άγγλων. Το πιο ενδιαφέρον μέρος των σημειωμάτων του αγράμματου εκείνου ανθρώπου είναι, το τελευταίο. Το παραθέτουμε έτσι, καθώς η μνήμη το συγκράτησε, διορθώνοντας μόνο τα πάμπολλα ορθογραφικά λάθη και συμπληρώνοντας τα μισοσβησμένα μέρη:

«Ο καπετάν Χάμιλτος μέ κάλεσε κι αφού πρώτα με ρώτησε αν θα τα κατάφερνα να πάω με μια βάρκα ίσαμε τη Νύδρα 18 όπου βρισκόταν ο καπετάν Αντρέας ό Μιαούλης, μου ’δωσε μια γραφή σφραγισμένη με βουλοκέρι να του την παραδώσω στα χέρια του. Είχα σύντροφο κ’ έναν άλλο ρωμιό γεμιτζή 19, που ήτανε μεγαλύτερός μου και μίλαγε τα εγγλέζικα κουτσά-στραβά, μα λίγα πράματα νόγαγε, γιατί δεν του ’κοβε το μυαλό. Ξεκινήσαμε σύναυγα με μπουνάτσα, λάδι η θάλασσα, κι όλο με το κουπί λάμναμε. Μισοδρομής, μας σταμάτησε ένα ντελίνι 20 τούρκικο.
 
—Τ’ είσαστε σεις, ορέ, πού πάτε; Έσκουξε με μια μπουρού 21 από την κουβέρτα 22 του ο καραβοκύρης, ένας χοντρομπαλάς, ίδιο βουτσί, που ήξερε τή γλώσσα μας.
—Δε γλέπεις τη σημαία; είπα δυνατά. Βάρκα της μεγάλης βρεγάδας 23, της Εγγλέζικης είναι τούτη και μεις πάμε για υπηρεσία.
—Και πού το ξέρω εγώ αν λέτε την αλήθεια; Αν δεν κοτσάρατε την ξένη παντιέρα για να μας ξεγελάσετε;
—Στείλε να ιδείς τα χαρτιά μας. Έχουμε και διαταγή του τρανού καπετάνιου του Χάμιλτου, με τη σφραγίδα του.

Έστειλε έναν ξυπόλητο κρεμανταλά ο Τούρκος καπετάνιος, του δείξαμε τά χαρτιά, μα εκείνος ήθελε και καλά να ψάξει μπας και μας βρει σε τίποτις σκάρτους. Δε βρήκε, μια και δεν είχαμε παρά μονάχα τη γραφή. Λύσσαξε. Κάθισε κει πέρα κάπου μισή ώρα ρωτώντας μας τούτο και κείνο. Σα να μην πίστευε πως εμείς, Ρωμιοί βέροι, δουλεύαμε σ’ εγγλέζικο πλεούμενο, φοβότανε πως όλα τούτα ήντουσαν 24 φτιαχτά. Μπάφιασα. Του μίλησα μ’ αλλιώτικη γλώσσα.
 
—Κοίτα να ξεμπερδεύεις καμιά βολά, του είπα. Μη μας χασομεράς. Γιατί μήτε ’γω δεν ξέρω τι έχει να γίνει αν μας κάνεις να μην τελέψουμε στην ώρα της τη δουλειά μας.

Του κακοφάνηκε, πήγε να σηκώσει χέρι, μα δεν πρόλαβε, γιατί, κείνη τή στιγμή, ο καπετάνιος του έσκουξε άγρια πως έπρεπε να γυρίσει ευτύς στο καράβι. Μας άφησε, τσακίστηκε ν’ ανεβεί απάνου, κι αμέσως το τούρκικο έβαλε πλώρη κατά τό νοτιά, γιατί από πέρα είχε φανεί ένα δικό μας μπάρκο. Το κυνηγήσανε οι αντρειωμένοι νησιώτες μας, το προλάβανε κι άρχισε το κανονίδι. Αργοπλέαμε, θέλαμε νά ιδούμε τι θ’ απογίνει. Μήτε μισή ώρα δε βάστηξε το πάλεμα. Το ελληνικό, που το κυβερνούσε ο καπετάν Ανδρέας, έμπηξε μέσα στην πρύμη του τούρκικου τό σιδερένιο λοστό της πλώρης του, κάνανε ρεσάλτο τα παλληκάρια, καθαρίσανε καμιά δεκαριά Μεμέτηδες και λαβώσανε άλλους τόσους. Εμείς χάσαμ’ ένανε, δυο πληγωθήκανε απάλαφρα. Λευτερώσανε τους σκλαβωμένους άπιστους οι δικοί μας, δέσανε το καράβι τους πίσω από το ελληνικό, κι απάνω του σηκώσανε τη σημαία του Χριστού, καί πήρανε δρόμο. Μεσημέριαζε όταν συναπαντηθήκαμε, όξω από την Νύδρα, με το μεγάλο καπετάνιο, τον Μιαούλη. Μας σταμάτησε κ’ είπε ν’ ανέβει ένας από τους δυό μας στο καράβι του. Πήγα ’γω κρατώντας στο χέρι τη γραφή του καπετάν Χάμιλτου. Τόνε βρήκα να κάθεται σ’ ένα σκαμνί με τη φεσάρα του στραβά και να ξύνει τα πόδια του, γιατ’ είχε φαγούρα. —Ποιος είσαι σύ, καλόπαιδο; μου είπε κοιτώντας με κατάματα.

Τ’ αποκρίθηκα. Φχαριστήθηκε ακούγοντας ότι είμαι στη δούλεψη του Εγγλέζου κι άμα του ’δωσα τη γραφή και τη διάβασε πετάχτηκε ολόρθος από τη χαρά του. Έκανε το σταυρό του, είπε «Δόξα Σοι ο Θεός κι ο Αϊ-Νικόλας», φίλησε τό χαρτί, το ’κρυψε στην τσέπη της βράκας του και πρόσταξε να ψήσουνε καφέ.
 
—Κάτσε κάτου, μου είπε.

Κάθισα, ξαναπήρε τη θέση του, κι άρχισε να με ρωτάει πώς βρέθηκα στη μεγάλη φρεγάδα, πού έμαθα τη ναυτοσύνη, αν έμενα φχαριστημένος από την υπηρεσία μου κι άλλα τέτοια. Τούτα λέγοντας, χασομερήσαμε κάμποσο. Ώσπου ήρθε ένας γεμιτζής μισοκαιρίτης 25 κ’ είπε πως ήταν έτοιμο το φαΐ.
 
—Φέρε ’δώ το τσουκάλι με δυο σκουτέλια 26, φέρε και χουλιάρια 27 και κούπες.

Γύρισε κατά μένα. «Δέ βιάζεσαι», μου είπε, «θα φάμε αντάμα».
 
—Σπολάτη 28, καπετάνιε μου, αποκρίθηκα. Μα λέω να πηγαίνω για να μην αργήσω.
—Κι αν δεν ανταμώναμε ’δώ, δε θα πάγαινες να με γυρέψεις στη Νύδρα; Κάτσε κάτου το λοιπόν κι άσε τις κουβέντες.

Φάγαμε μια φασουλάδα, που η νοστιμιά της δε λέγεται, ήπιαμε κι από δυο δάχτυλα κοκκινέλι. Στερνά, ο καπετάν Αντρέας έκραξε τον γραμματικό του, μου ’γνεψε να ξεμακρύνω, και τον έβαλε να γράψει απόκριση στον αφέντη μου, τον Χάμιλτο. Εγώ, περιμένοντας, γκεζέραγα 29 στο καράβι, κοίταγα τα σύνεργά του, τα ξάρτια 30 του, τ’ άλλα, κ’ έκανα το σταυρό μου που μ’ εκείνα κει είχε κάνει θάματα ελόγου του. Γιατί δε μου γέμιζε το μάτι κείνο το φτενό πράμα, είχα στο νου μου τη μεγάλη φριγάδα. Πού η αρματωσιά της, πού τά ξάρτια της, πού τα μεγαλεία της! Πήγα πιο πέρα στερνά, ακούμπησα στην κουπαστή και βάλθηκα να χαζεύω το σκλαβωμένο τούρκικο. Ήτανε ντιπ καινούργιο κι όμορφο σκαρί. Τρεις Νυδραίοι γεμιτζήδες τριγυρνούσανε στην κουβέρτα που ήτανε γιομάτη από ντουφέκια, χατζάρια και λογής-λογής λουφέδες 31. Στ’ αμπάρι του το βαθουλό είχανε βαλμένους τους Μεμέτηδες που σκλαβωθήκανε. Άμα τέλειωσε το γράψιμο, μ’ έκραξε ο καπετάν Αντρέας, μου ’δωσε την. απόκρισή του σφραϊσμένη κι εγώ έκανα να φιλήσω το χέρι του, μα δε μ’ άφησε. Άμα βρεθήκαμε στη μεγάλη φρεγάδα, ο καπετάνιος μου ο Εγγλέζος μ’ έβαλε να του ειπώ το καθετί. Πρώτη του φορά μίλαγε τόσην ώρα, κείνος είχε μετρημένες τις κουβέντες του. Μα τώρα ήθελε νά μην του ξεφύγει τίποτις. Έλεγα ’γώ, τα ξήγαγε ο δραγουμάνος 32, κι, άμα δεν τα κατάφερνε καλά, τού ’ριχνε κάτι ματιές που λες κ’ ήντουσαν αστροπελέκια. Όντας τέλεψε, μου ‘σφιξε τό χέρι. Φαινότανε φχαριστημένος πολύ κι εγώ θάγμαζα 33 πού ένας τέτοιος μεγάλος ξένος έκανε χαρές για τις νίκες των δικώνε μας, σάμπως να ήτανε Ρωμιός . . .

Όταν, ύστερις από τό τσάκισμα της αράπικης αρμάδας του Μπραήμη στον Αβαρίνο 34, ήρθε η ώρα να τ’ αφήσω γεια, έβγαλε και μου ’δωσε δυο χρυσά πεντόλιρα 35. «Καλή προκοπή», μου είπε ρωμέικα καί μου ’σφιξε το χέρι δυνατά. Τα μάτια μου βουρκώσανε, μήτε σπολλάτη δεν μπόρεσα νά ειπώ. Παραλίγο να παραπατήσω κατεβαίνοντας τα σκαλιά για να πηδήσω στην άσπρη βαρκούλα που θα μ’ έβγαζε στη στεριά...».


Χρυσοβαλάντης Δημητρόπουλος
MSc Δάσκαλος Δημοτικού Σχολείου Επιταλίου

1Στις 3 Απριλίου 1821, Κυριακή των Βαΐων, 1.200-2.000 Τουρκαλβανοί του Λάλα επιτέθηκαν στην πόλη του Πύργου, όπου ήταν η έδρα των Ελλήνων επαναστατών του Αγώνα, με τους Φιλικούς Χαραλάμπη Βιλαέτη από τον Πύργο, τον Αλέξη Μοσχούλα από την Αγουλινίτσα και τον Γεώργιο Σισίνη από την Γαστούνη να πρωτοστατούν στην κήρυξη και την επέκταση του Αγώνα. Απέναντί του, 670 Έλληνες ένοπλοι. Η μάχη κράτησε οκτώ (8) ώρες, τμήμα της πόλης καταστράφηκε και κάηκε από τους επιτιθέμενους, αλλά η άμυνα άντεξε καταφέρνοντας να απωθήσουν τους Τουρκαλβανούς από τον Πύργο. Κατά τον παρόντα στην μάχη Γενναίο Κολοκοτρώνη, εφονεύθησαν περί τους 150 Τουρκαλβανούς, από δε τους Έλληνες έπεσαν ηρωικά και αιχμαλωτίσθηκαν περί τους 130 Έλληνες. Κανείς δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι η έκβαση της μάχη ήταν νικηφόρα για του Λαλαίους Τουρκαλβανούς, αφού ο αντικειμενικός τους στόχο, η πλήρης κατάληψη, πυρπόληση και λεηλασία του Πύργου, δεν επετεύχθη.

2Την 24η Απριλίου 1821, Κυριακή των Μυροφόρων, μία ημέρα μετά από τη μάχη της Αλαμάνας, διεξήχθη η μάχη της Αγουλινίτσας, η οποία απετέλεσε την πρώτη ήττα για τους Λαλαίους Τουρκαλβανούς που θεωρούνταν «τα καλύτερα ντουφέκια του Μοριά» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ’, σελ. 142). . Στο στενό «Αϊ –Γιάννης», βόρεια του Επιταλίου, οι Έλληνες συνέλαβαν ζωντανούς δεκατρείς (13) Τουρκαλβανούς, ενώ σκότωσαν εννέα (9). Από τους τελευταίους, δε, στην προσπάθειά τους να περάσουν το ποτάμι, σκοτώθηκαν ή πνίγηκαν, ακόμα εξήντα τρεις (63). Εφονεύθησαν επτά (7) και πληγώθηκαν τέσσερις (4) Αγουλινιτσαίοι (καθώς και ο φιλέλληνας Γάλλος αξιωματικός Μιτενζακούρ), ενώ όπλα, άλογα και σημαίες περιήλθαν ως λάφυρα στα χέρια των Ελλήνων. Η σημαντικότατη αυτή σύγκρουση των Ελλήνων, αναπτέρωσε το φρόνημα των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής και οι αήττητοι Λαλαίοι Τουρκαλβανοί, μπορούν και να ηττώνται.

3Πρόκειται για τον Αλέξη Μοσχούλα, οπλαρχηγό, Φιλικό, στενό φίλο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και επικεφαλή των Αγουλινιτσαίων σε κάθε μάχη στη διάρκεια τη Επανάστασης του 1821.

4Πρόκειται για τη θέση «Κλειδί», που ήταν πέρασμα προς την Μεσσηνία. Αυτή η θέση βρίσκεται κοντά στον Καϊάφα επί του δρόμου προς την Κυπαρισσία και ήταν μια φυσική θέση δύσβατος και παρείχε δυνατότητες άμυνας στους κατέχοντες αυτήν.

5Ο σωστό όρος είναι Ντάρντιζα Προέρχεται από την αρβανίτικη λέξη dardë που σημαίνει άγρια αχλαδιά. Ντάρντιζα, δηλαδή, τόπος με άγριες αχλαδιές.

6Ο Ιμπραήμ εμφανίστηκε στην Αγουλινίτσα στις 8 Νοεμβρίου 1825, πριν (και όχι «ύστερα») από τη στερνή πολιορκία του Μεσολογγίου, καθώς σχεδίαζε την πορεία του στο Μεσολόγγι με σκοπό να ενώσει τις δυνάμεις του με εκείνες του Κιουταχή που για μεγάλο διάστημα πολιορκούσαν την πόλη.

7Ο σωστό όρος είναι Αιγυπτιοπαίδων, μιας και, ο Ιμπραήμ, όντας Αιγύπτιος, ηγείτο αιγυπτιακών στρατευμάτων.

8Ο Χάμιλτον (Gawen William Hamilton) ήταν Ιρλανδικής καταγωγής και κατατάχτηκε στο Αγγλικό Ναυτικό το 1801. Προήχθη σε πλοίαρχο το 1810 και διακρίθηκε σε πολλές και δύσκολες αποστολές στη Μεσόγειο και στη Βόρεια Αμερική. Τον Ιούλιο του 1820 ανέλαβε πλοίαρχος της φρεγάτας Κάμπριαν (HMS Cambrian). Συγκαταλέγεται επάξια στου Φιλέλληνες.

9Ο σερ Θωμάς Μαίτλαντ (Thomas Maitland ) (10 Μαρτίου 1760 – 17 Ιανουαρίου 1824) ήταν αξιωματικός, ύπατος αρμοστής και βουλευτής της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Τον Δεκέμβρη του 1815, τον πρώτο χρόνο της βρετανικής προστασίας, ο Μαίτλαντ διορίστηκε λόρδος ύπατος αρμοστής των Ιονίων Νήσων, το πρώτο άτομο σε αυτήν τη θέση. Ο Μαίτλαντ, ως στρατιωτικός, διακρινόταν για τον αυταρχικό και βίαιο χαρακτήρα του και δεν δεχόταν αντιρρήσεις για το μεγαλείο της πατρίδας του. Είχε συντηρητικές και ολιγαρχικές απόψεις. Ως υποστηρικτής της Ιεράς Συμμαχίας, ήταν δεδηλωμένος ανθέλληνας και αντιμετώπιζε υποτιμητικά τους κατοίκους του Ιονίου και, γενικότερα, όσους δεν ήταν Βρετανοί.

10Ονομάζονταν έτσι κατά την Τουρκοκρατία τα Σύβοτα, το τουριστικό παραθαλάσσιο χωριό στα νότια του νομού Θεσπρωτίας.

11Ισπανικό νόμισμα, το οποίο ισοδυναμούσε με 6 ελληνικές δραχμές τη εποχής εκείνης. Επομένως, 400 δίστηλα, ισοδυναμούσαν με 2.400 ελληνικές δραχμές.

12Ο Ιωάννης Ορλάνδος, πλοιοκτήτης, γεννημένος στις Σπέτσες το 1770, ζούσε από το 1811 στην Ύδρα και είχε αποκτήσει εξ αγχιστείας συγγενικές σχέσεις με τους αδερφούς Κουντουριώτη. Ήταν Έλληνας πολιτικός και αγωνιστής του 1821.Νυμφεύτηκε τη Φλωρού Κουντουριώτη, κόρη του Ανδρέα Κουντουριώτη, και είχαν αποκτήσει έναν γιο, τον Κωνσταντίνο Ορλάνδο. Απόγονός του ήταν ο Αναστάσιος Ορλάνδος.

13Η Εν Τροιζήνι κατ΄ επανάληψιν Γ΄ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις, ή, πιο απλά, Γ΄ Εθνοσυνέλευση Τροιζήνας (19 Μαρτίου - 5 Μαΐου 1827), συνήρθε στην Τροιζήνα του Πόρου με σκοπό, την ολοκλήρωση των εργασιών της Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου - που είχε διακοπεί λόγω των πολεμικών γεγονότων-.

14Τα Αλληλοδιδακτικά σχολεία πρωτοδημιουργήθηκαν στις αρχές του 19ουαιώνα και ήταν χώροι εκπαίδευσης, όπου η εκπαίδευση των νέων γίνονταν αναμεταξύ τους αμοιβαία.

15Πρόκειται για το Αχούρι, οικισμό της τοπικής κοινότητας Κολλινών, της δημοτικής ενότητας (τέως δήμου) Σκιρίτιδας, του δήμου Τρίπολης, της περιφερειακής ενότητας (τέως νομού) Αρκαδίας, στην περιφέρεια Πελοποννήσου. Πριν το σχέδιο Καποδίστριας και το πρόγραμμα Καλλικράτης, ανήκε στην επαρχία Μαντινείας του νομού Αρκαδίας, στο γεωγραφικό διαμέρισμα Πελοποννήσου. Είναι ημιορεινό χωριό στο απώτατο νότιο τμήμα του νομού Αρκαδίας. Βρίσκεται ακριβώς πάνω στα όρια με τον νομό Λακωνίας, στις πλαγιές της κορυφής «Παπαγιώργη Ράχη» (826 μ.) του δυτικού Πάρνωνα.

16Ο νέος που δουλεύει σε πλοίο για την απόκτηση εμπειρίας.

17Ο επικεφαλής του κατώτερου πληρώματος ενός πλοίου, αυτός που επιβλέπει όλες τις απαραίτητες εργασίες.

18Ύδρα

19(τουρκ.) yemeçi: ο έμπειρο ναυτικός

20Το ντελίνι ή δελίνι ήταν παλιό πολεμικό ιστιοφόρο, δίκροτο ή τρίκροτο. Προέρχεται από το γαλλικό (vaisseau) de ligne, δηλαδή «της γραμμής»· ο τύπος δελίνι αποτελεί υπερδιόρθωση. Σήμερα, ακούγοντας «πλοίο της γραμμής», σκεφτόμαστε τα ακτοπλοϊκά που εκτελούν τακτική συγκοινωνία, αλλά και τον 18ο και 19ο αιώνα ή λέξη γραμμή αναφέρεται στη γραμμή της μάχης, και τα «καράβια της λίνιας», τα ντελίνια, ήταν μεγάλα πλοία, που είχαν ίσαμε 100 κανόνια και πλήρωμα πολλές εκατοντάδες άνδρες, μπορεί και χίλιους.

21Μεγάλο κοχύλι που χρησιμοποιείται από τα πλοία ως τηλεβόας.

22Κουβέρτα ή κατάστρωμα: το δάπεδο που καλύπτει εξωτερικά το σκαρί τού σκάφους.

23φρεγάτας

24ήταν

25μεσοκαιρίτης ή μισοκαιρίτης: ο μεσόκοπος

26πιάτα, μικρές γαβάθες

27κουτάλια τη σούπας

28«Να ζήσεις». Από το «εις πολλά έτη»

29περπατούσα, έκανα βόλτα

30το σύνολο των εξαρτημάτων που βοηθούν την πλοήγηση ενός ιστιοφόρου πλοίου: τροχαλίες, σκοινιά, κ.ά.

31λουφές (τουρκ.) ulûfe: αμοιβή, μισθός

32μεταφραστής

33θαύμαζα

34Αναφέρεται στην περίφημη και εμβληματική Ναυμαχία του Ναβαρίνου, στις 20 Οκτωβρίου 1827, όταν οι στόλοι των τριών μεγάλων δυνάμεων Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας και Ρωσίας ναυμάχησαν απέναντι στον τουρκοαιγυπτιακό στόλο και τον κατανίκησαν. Η καταστροφή του οθωμανικού (μεσογειακού) στόλου έσωσε την Ελληνική Επανάσταση από την κατάρρευση μετά έξι και πλέον χρόνια άνισου αγώνα των Ελλήνων εναντίον δυνάμεων που επιστράτευε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά και από τη μάστιγα των εμφυλίων πολέμων, η οποία κατέτρωγε τις σάρκες των επαναστατών.

35Το πεντόλιρο είναι το μεγαλύτερο χρυσό νόμισμα της Αγγλίας . Εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1820, προς τιμήν του βασιλιά Γεωργίου Γ΄ και εξακολουθεί να κόβεται μέχρι και σήμερα, βέβαια τα τελευταία χρονιά σε περιορισμένο αριθμό. Η αξία κάθε πεντόλιρου σήμερα αποτιμάται, περίπου, σε 2.400€ ανά τεμάχιο.