Στην ενότητα της Λογοτεχνίας θα βρείτε έργα επιταλιωτών Συγγραφέων.

 

Οι ψύλλοι και ο ελέφαντας

Υπάρχουν οι παλαιοί, που χωρίς ψευδαισθήσεις μεταφράζουν απ’ τη δική τους σκοπιά τα γεγονότα της εποχής τους, που αύριο θα ξαναγίνουν σχεδόν τα ίδια σε κάποια στροφή του χρόνου, για να διαψεύσουν μερικούς, που λένε ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται.

Ξανάρχεται με άλλη μορφή. Διαπραγματεύσεις για το χρέος, μεταναστευτικό, κόλαφος η έκθεση Δ.Ν.Τ., αντιπαραθέσεις με τους εντιμότατους φίλους μας, μαζεμένα γεγονότα ενοχλητικά, φασαριόζικα, τα ζούμε στο περιθώριο των πολιτικών ελιγμών όπως τα ζούσαν οι πατεράδες μας παραλλαγμένα, αλλά κατά βάθος η ουσία είναι η ίδια.

Πριν 18 χρόνια, αρθρογραφώντας στην εφημερίδα του χωριού μου “Επιταλιώτικα Νέα”, έγραψα ένα μη ειδησεογραφικό κείμενο “Οι ψύλλοι και ο ελέφαντας”, βασισμένο σε αφήγηση ενός απ’ τους πρωταγωνιστές της συζήτησης. Ισως να βρει κανείς κοινά σημεία με τη σημερινή κατάσταση. Ας μου επιτραπεί να το μεταφέρω αυτούσιο.

 

Νομίζω πως εκείνοι οι άνθρωποι του χωριού, οι νοικοκυραίοι, οι φίλοι, που μαζευόντουσαν στου Καύκιου το καφενείο και έφτιαχναν “αριστίνδην κυβέρνηση”, ήξεραν κάτι περισσότερο απ’ τους άλλους. Ησαν υπεύθυνοι και μέσα στα δύστυχα χρόνια, που περνούσε η πατρίδα, δεν τους έλειπε και το χιούμορ. Βασιλικοί, Βενιζελικοί, αριστερών αποχρώσεων ή ουδέτεροι, ένιωθαν ενδόμυχα και το πίστευαν, πως αγωνιζόμαστε ολομόναχοι στον κόσμο. Μια εξαίρεση υπήρχε μόνο το ’12, όπου με τους Σέρβους και τους Βούλγαρους κυνηγήσαμε τους βαρβάρους της Ανατολής. Και αν δεν τους νικούσαμε, αυτοί θα είχαν εξισλαμίσει όλη την Ευρώπη. Είχαν την ψευδαίσθηση πως οι μεγάλες προστάτιδες Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, θα μας δικαίωναν κάποτε, αφού μας έπεισαν και πολεμήσαμε στο πλευρό τους. Δεν φανταζόντουσαν, όμως, ούτε και προέκυπτε από πουθενά, ότι θα εμφανιζόταν μια άλλη δύναμη πέραν του Ατλαντικού, που θα μας μεταχειριζόταν σαν προτεκτοράτο της. Που θα μας εξωθούσε στον εμφύλιο, που θα μας καλόπιανε με την UNRA και το Σχέδιο Μάρσαλ, που θα ’δινε τη Βόρειο Ήπειρο στην ανύπαρκτη τότε Αλβανία, που θα ’φτιαχνε το Μακεδονικό και τον Αττίλα στην Κύπρο, που θα ενθάρρυνε τα γεγονότα στα Ίμια και θα δημιουργούσε τις “γκρίζες ζώνες” στο Αιγαίο με απώτερο σκοπό την εμπλοκή μας σε μια πολεμική σύρραξη με τους Τούρκους. Αυτούς στους οποίους οι “σύμμαχοί” μας στο παρά πέντε να έδιναν και τα Δωδεκάνησα στους Τούρκους, τους οποίους ούτε καν “μάλωσαν” για την εξόντωση του ελληνισμού της Πόλης, της Ίμβρου και της Τενέδου, ούτε ακόμη και για την ιταμή συμπεριφορά τους, που έδειξαν στους Αξ/κούς μας του ΝΑΤΟ στη Σμύρνη. Έβλεπαν μόνο τι συνέβαινε στην εποχή τους με τους τότε “φίλους μας”, που μας είχαν εξουθενώσει πολιτικά με τον διχασμό, οικονομικά με δάνεια και αποικιοκρατικές συμβάσεις και κοινωνικά με προσπάθεια φίμωσης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Εκείνη την εποχή, λοιπόν, Αύγουστος του ’35 βραδάκι στο καφενείο, ήταν μαζεμένη η συντροφιά και σχολίαζαν τα γεγονότα. Ηρεμα και χωρίς προστριβές καθ’ ένας, ανάλογα με τις πεποιθήσεις του, έλεγε τη γνώμη του.

Ο Βενιζελικός: Βλέπετε πως η φαγωμάρα επεκτείνεται σ’ όλες τις επαρχιακές πόλεις. Σήμερα ρημάξανε τα γραφεία της “Πατρίς Πύργου” και ξυλοκόπησαν οι “βασιλικοί” τους συντάκτες της, γιατί υποστήριξαν το Βενιζέλο.

Ο απαισιόδοξος: Αλίμονο, αν η φαγωμάρα φτάσει και εδώ στην πόρτα μας. Δεν θα ξέρουμε από ποιον να φυλαχτούμε.

Ο Βασιλικός: Να δούμε τώρα που έφυγε ο Βενιζέλος και ήρθε ο Σοφούλης μήπως φτιάξουν τα πράγματα.

Ο Θυμόσοφος: Τι φτιάξιμο να κάνουν! Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Όταν ο άλλος θέλει να σ’ έχει υπό εξάρτηση ή δεν σου δίνει τίποτα, οπότε γίνεσαι ζήτουλας και σε κάνει ό,τι θέλει ή σου τα δίνει όλα, σε φορτώνει απότομα, μέχρι που δεν αντέχεις τέτοιο βάρος, γονατίζεις και πάλι σ’ έχει του χεριού του. Μήπως έτσι δεν έγινε, που μας άφησαν και φθάσαμε μέχρι τον Σαγγάριο και μετά ήρθε η καταστροφή; Ο “γεροντότερος” της παρέας Πάνος Λαμπρούλιας χάιδεψε το μουστάκι του, στριφογύρισε το μπαστούνι του και είπε: Πιστεύω πως οι κύριοι της ΑΝΤΑΝΤ κοιτάνε μόνο ό,τι τους συμφέρει. Μας απομυζούν και στις δύσκολες στιγμές, όχι μόνο μας εγκαταλείπουν, αλλά και μας ειρωνεύονται. Θα σας πως έναν μύθο.

“Δυο ψύλλοι μακάριζαν τους εαυτούς τους ότι καλοπερνούσαν στη ράχη ενός ελέφαντα. Εκεί που προχωρούσε ο ελέφαντας πέρασε ένα ξύλινο γεφύρι, που δεν άντεξε το βάρος του και έσπασε. Τότε ο ένας ψύλλος λέει στον άλλον: Είδες τι πάθαμε; Καλά το ’λεγα εγώ, να κατεβούμε και να περάσουμε ένας, ένας!!”.

Ο γερο – Πάνος μπορεί να ψυλλιαζόταν τα μελλούμενα. Πού να φανταζόταν, όμως, ότι οι ψύλλοι θα ’μπαιναν για τα καλά στ’ αυτιά μας και θα συνέχιζαν να έχουν τη βλακώδη αντίληψη ότι θα μπορούσε να ελαττωθεί το βάρος του ελέφαντα, αν κατέβαιναν απ’ τη ράχη του.

Ο ελέφαντας μπορεί να σκοτωθεί, οι ψύλλοι ό,τι και να πάθει ο ελέφαντας, ψύλλοι θα μείνουν. Μύθος, ξεμύθος, τώρα αποφεύγουμε να κάνουμε παραλληλισμούς, κουραστήκαμε.

 

Ζούμε στις επιθυμίες μας, παρά τα στραβοπατήματά μας.

Χρήστος Πλέσσας