Η κατηγορία των άρθρων περιλαμβάνει επιλεγμένα άρθρα διαφόρων θεματολογικών ενοτήτων:

  • Ιστορικά άρθρα
  • Λαογραφικά άρθρα
 

Η Αγουλινίτσα, Τα Χέλια, Η Λίμνη, Τα Έθιμα που Χάθηκαν

Η Aγουλινίτσα είναι τοπωνύμιο, πού ’μεινε απολίθωμα από τη λίμνη της και το όνομα το πήρε από το πλήθος των χελιών, που ετρέφοντο σ’ αυτή. Το χέλι (έγχελυς), προέρχεται από δυο στοιχεία. Το έχις, δηλαδή ερπετό και από μια άλλου τύπου λέξη άγνωστη στην Ελληνική λημματογραφία, που ίσως να σημαίνει κάτι σαν γλυστερό. Ανήκει στο γένος Ανγκουΐλα, το οποίον ανακάλυψε ένας Ιταλός γιατρός βοτανολόγος, ο Ανγκοϊλλάρα (1510-1570) και το ονόμασε «άνγκουλις».

Η ιστορία των χελιών ανάγεται απ’ την εποχή του καταποντισμού της Ατλαντίδος, πριν 9.000 χρόνια περίπου, αφ’ ότου έζησε ο Σόλων (639-559 π.Χ.) και ο Πλάτων έγραψε τον Κριτία και τον Τίμαιο. «Πολλών ουν γεγονότων και μεγάλων κατακλυσμών εν ταις ενακισχιλίοις έτεσι» (Κριτίας 111Β΄) και «η τε Ατλαντίς νήσος ωσαύτως κατά της θαλάσσης δύσα ηφανίσθη» (Τίμαιος 25Δ΄). Αναφέρομαι στους διαλόγους του Πλάτωνος, διότι στα γλυκά νερά της Ατλαντίδος ζούσαν τα χέλια κι’ όταν βυθίστηκε και σκεπάστηκε από το αλμυρό νερό της θάλασσας, αυτά έφυγαν προς αναζήτηση γλυκών νερών. Μπήκαν στη Μεσόγειο και δια των ποταμών, των παραποτάμων και των ρυακιών έφτασαν στις λίμνες. Εκεί στα γλυκά νερά έμπαιναν μόνο τα θηλυκά, που έβρισκαν καταφύγιο στις ρίζες των καλαμιώνων και βούρλων. Πρέπει να περάσουν 4-5 χρόνια να γίνουν κανονικά χέλια, οπότε αρχίζουν να σκέπτονται το ταξίδι της επιστροφής στη θάλασσα των Σαργασών, που προσομοιάζει στον πυθμένα μ’ αυτήν της Ατλαντίδας, εκεί που ήταν η πατρίδα τους, για να γονιμοποιηθούν και ν’ αρχίσει ξανά ο κύκλος του ταξιδιού τους.

Τα χέλια στη λίμνη Αγουλινίτσας, πριν αποξηρανθεί από την επταετία, αποτελούσαν κίνητρο για μιας ιδιάζουσας μορφής ασχολίας των κατοίκων, που έπαιρνε εθιμοτυπικό χαρακτήρα. Κατ’ αρχήν η εκμετάλλευσή τους ανάγκασε την πολιτεία να δημιουργήσει το διβαρόσπιτο και να βγάζει στη δημοπρασία την εκμετάλλευση της λίμνης. Στο σημείο του διβαρόσπιτου, όπου το στενότερο τμήμα μεταξύ λίμνης και θάλασσας, άνοιγαν ένα μεγάλο χαντάκι, το λεγόμενο «μπούκα». Εκεί συνενούντο το γλυκό με το αλμυρό νερό κι’ έβρισκαν διαφυγή τα χέλια προς τη θάλασσα.

Οι ενοικιαστές «διβαράδες» έφτιαχναν μέσα στη λίμνα «διβαροκαλύβες» σαν φελούκες πάνω απ’ την επιφάνεια του νερού. Έμπηγαν κυπαρίσια στο νερό και κάρφωναν οριζόντια δοκάρια, δημιουργώντας ένα ξύλινο δάπεδο. Σκάρωναν το σκελετό της και ύστερα την έντυναν γύρω - γύρω και στη σκεπή με σαμάκι της λίμνας και λάσπη. Χωρούσε μέσα ένα κρεβάτι αριστερά, ένα δεξιά και ένα πίσω. Στη μέση έμενε χώρος ν’ ανάβουν ακόμη και φωτιά. Τις έλεγαν «πελάδες», ήσαν σκόρπιες στη λίμνη και κάθε μία είχε τ’ όνομά της, όπως Ρουμπελιά, Κολολύμπι, Λόγγος, Πλατειά Ρούγα, Παληάλωνα, Γαϊδουροπινίχτι κ.ά.

Χώριζαν τη λίμνη κατά περιοχές ανά διβαροκαλύβα και συγκρατούσαν τα χελόψαρα με καλαμωτές. Έρριχναν τους βολκούς, είδος διχτυών, που το πρωί τους έβρισκαν γεμάτους χέλια και ψάρια. Όταν έπρεπε να περιορίσουν τα χελόψαρα σε μικρότερο χώρο, μετατόπιζαν τις καλαμιές κατά χρονικά διαστήματα. Για τη μεγάλη συγκομιδή γονόντουσαν τα «μπασίματα» από τη Ρουμπελιά μέχρι την Πλατειά Ρούγα, ρίχνοντας το πρώτο, δεύτερο μέχρι και το τέταρτο «χεροβολίδι», αρχίζοντας από τ’ Αη Φιλίππου και τέλειωναν παραμονή Χριστουγέννων.

Το μπάσιμο ήταν κουραστική δουλειά, που απαιτούσε εμπειρία απ’ τους διβαράδες. Επρόκειτο για Αγουλινιτσαίους απλούς ανθρώπους, γεροδεμένους, καλοσυνάτους, με πολύ χιούμορ, τους οποίους ξέραμε με τα παρατσούκλια τους κυρίως, όπως ο Κουντουρίτης, ο Παταόρης, ο Ματζαγράς, ο Χαλντούπης, ο Μπουσογιαννάκης, ο Γρης, ο Νταχάου, η Μπαμπακιά κ.ά. Δούλευαν απ’ το πρωί (μπονόρα), ως το σούρουπο και συνέχεια μέχρι τα χαράματα. Με τα «μπατζάκια» σηκωμένα, το κασκέτο (κούκος) στραβά, με το σταλίκι και το καμάκι στον ώμο, μαζεύονταν στο φυλάκιο του Συρίνη κι’ ετοιμάζονταν για τη βάρδια τους. Μέσα στο μονόξυλο έβλεπε κανείς τη «βήκα» με νερό, βίτσες για τα χελόψαρα, ασετηλίνη, έναν κουβά κι’ ένα μουσαμά, που μύριζε λινέλαιο κι’ ένα «τράστο» με ζυμωτό ψωμί, τυρί, εληές, παστό χοιρινό, κρασί και φαΐ στο «συρφετάσι».

Μέσα στη λίμνη απαγορευόταν το ψάρεμα από ερασιτέχνες ψαράδες. Επιτρεπόταν όμως κατά τη διαδικασία της μετατόπισης των καλαμωτών, τη μεγάλη συγκομιδή, ως πιο πάνω στο μπάσιμο. Αυτές τις ώρες έβλεπε κανείς σαν πανηγύρι, πολλά μονόξυλα έξω από τις καλαμωτές να πλέουν με τη βοήθεια του «σταφυλιού», ένα κοντάρι με τρίποδο στην άκρη, να μην καρφώνει στη λάσπη, και τους χωρικούς να χτυπούν τα καμάκια στα «ρουκουτά» κι ό,τι πιάσουν.

Έτσι είχε δημιουργηθεί στην Αγουλινίτσα μια ξεχωριστή κοινωνία ανθρώπων, με τα δικά τους τα πατροπαράδοτα έθιμα, που πέρασαν τη ζωή τους δουλεύοντας σκληρά, για ν’ αφίσουν στη μνήμη μας λέξεις απολιθώματα και εικόνες ανεξίτηλες.

 

Χρήστος Πλέσσας