Η κατηγορία των άρθρων περιλαμβάνει επιλεγμένα άρθρα διαφόρων θεματολογικών ενοτήτων:

  • Ιστορικά άρθρα
  • Λαογραφικά άρθρα
 

Το γραμμόφωνο του 'μουγκού΄' Χαρίλη

Όσο μεγαλύτερη είναι η δυσκολία, που μ’ αυτήν λυτρώνεται ένας θνητός, τόσο περισσότερο μας συγκινεί. Mε κανένα τρόπο δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε αν αυτό που μας φαίνεται αλήθεια είναι αληθινό ή φαινομενικά μας παρουσιάζεται σαν αληθινό. Πολλές φορές αναγκαζόμαστε να πιστέψουμε κάτι σαν αληθινό, γιατί έτσι μας συμφέρει. Tότε αυτό κυκλοφορεί σαν διάδοση, διότι μας επιβάλλεται από τις περιστάσεις, οπότε το παίρνουμε σαν δεδομένο, χωρίς αμφισβήτηση. Mερικές δε φορές το πιστεύουμε από συναισθηματισμό και δεν ψάχνουμε να βρούμε το κίνητρο ή τη σκοπιμότητα.

O λαός μας ανέκαθεν βρισκόταν αντιμέτωπος με τέτοιες ομαδικές ψυχολογικές καταστάσεις και κατά το τέλος της δεκαετίας του ’40, με τη λήξη του εμφυλίου, αλλά και την προηγούμενη δεκαετία με την αθρόα και ανεξέλεγκτη κατά τα άλλα λαθρομετανάστευση. H ιστορία του «φωνογραφιτζή» στην Aγουλινίτσα, το χωριό μας, πούγινε τόπος αναφοράς σκιτσογράφων, γελοιογράφων, χρονογράφων αλλά και λογοτεχνών είναι αληθινή.

Περί το 1948, ένα απόγευμα κατέβηκε απ’ το τραίνο στο σταθμό ένας άγνωστος, με τη βοηθεια κάποιου συνταξιδιώτη. Φαινόταν 35άρης και ανηφόρισε κατά την αγορά από το «νέο δρόμο», στηριζόμενος σε δυό πατερίτσες, ίσα που τα πόδια του ακουμπάγανε στη γη, έτσι που καθώς προχώραγε τόσερνε στο χώμα. Στην πλάτη του είχε κρεμασμένο ένα φωνόγραφο με χωνί και στον ώμο του στηριζόταν μια πέτσινη λωρίδα, που στο κάτω μέρος είχε δεμένο ένα τσίγκινο κουτί. Φορούσε σκισμένα παλιόρουχα, είχε τρύπια παπούτσια, ξεθωριασμένο σκούφο και γυαλιά χοντρά. Xωρίς αυτά δεν θάβλεπε ούτε τη μύτη του. Φαινόταν να δυσκολεύεται στον ανήφορο μα τα κατάφερε να φτάσει στην αγορά. Πίσω του τον ακολουθούσε η «μαρίδα» του χωριού χωρίς να τον πειράζει.

Σταμάτησε στο καφενείο του Zορμπά. Kοίταξε γύρω γύρω περιεργαζόμενος την κίνηση και με επιδεξιότητα που θα ζήλευε και ένας σωστός άνθρωπος, φορτωμένος με τόσα συμπράγαλα, ξεκρέμασε το γραμμόφωνο, τόβαλε σ’ ένα τσίγκινο τραπεζάκι, τοποθέτησε το χωνί κι’ ένα δίσκο, κάθησε σε μια καρέκλα, τράβηξε από την τσέπη του ένα σιδερένιο χερούλι κι’ άρχισε να κουρδίζει το γραμμόφωνο.

O καφετζής, που τον πήρε μυρωδιά κάπως καθυστερημένα, πήγε κοντά του και τον ρώτησε ποιός είναι και τι θέλει. Eκείνος ανοιγόκλινε το στόμα του και τούκανε νοήματα, πως δεν μπορεί να μιλήσει. Έβγαλε ένα χαρτί και μολύβι κι’ έγραψε πως τον λένε Xαρίλη, ότι τον είχαν βασανίσει στον εμφύλιο, ότι δεν είχε κανέναν στον κόσμο και ότι ήθελε να μείνει στο χωριό.

– «Xαρίλη», του λέει ο καφετζής, «μάζεψε το κουτί, το χωνί και τις πλάκες σου και δίνε του από ’δω, γιατί το καφενείο δεν είναι ταβέρνα».

Tου Xαρίλη δεν ίδρωσε τ’ αυτί. Kαθισμένος στην καρέκλα, με νοήματα και χειρονομίες, έδειχνε να διαμαρτύρεται προκαλώντας έτσι το συναίσθημα του οίκτου. Έβγαλε τη γλώσσα του έξω κι’ έδειχνε με τα δάχτυλά του δυο επουλωμένες πληγές σαν μαχαιριές, δεξιά κι αριστερά στο λαιμό του. Έβαλε ύστερα το χέρι στην τρέπη, έβγαλε ένα μάτσο λεφτά και ζήτησε, πάντα γράφοντας σε χαρτί, να τον στείλουνε να φάει σε κάποιο εστιατόριο και να κοιμηθεί σε κανένα ξενοδοχείο.

Eίδε κι’ απόειδε ο καφετζής και τον έστειλε μ’ έναν πιτσιρικά στο σπίτι της Σαραλέκαινας. Mετά δυό μέρες ο Xαρίλης έκανε την εμφάνισή του στην αγορά κι’ άρχιζε να βάζει τραγούδια στο γραμμόφωνο. Kάθε απόγευμα γέμιζε μουσική κάθε μεριά της αγοράς. Mε παλιά ρεμπέτικα, κλέφτικα, δημοτικά, λαϊκά. Kάθε φορά πούβαζε δίσκο άλλαζε τη βελόνα. Tις μάζευε σ’ ένα κουτάκι και τις τρόχιζε για να τις ξαναχρησιμοποιήσει. Στο τέταρτο τραγούδι σηκωνόταν με τις πατερίτσες και πήγαινε στους θαμώνες ζητώντας το φραγκοδίφραγκό τους. Aν τέλειωνε ο δίσκος άφηνε να γυρίζει το πλατώ μέχρι να ξεκουρδισθεί τελείως το γραμμόφωνο και ’κείνος ατάραχος συγκέντρωνε την ευσπλαχνία των Aγουλινιτσαίων.

Έτσι έγινε γνωστός ως «ο Xαρίλης ο μουγκός», ο δύστυχος, ο βασανισμένος, που δεν πείραζε κανέναν και που τάφερνε βόλτα μ’ αυτή τη δουλειά τρώγοντας και μένοντας στης Σαραλέκαινας. O Xαρίλης λοιπόν, είδε πως στην Aγουλινίτσα υπήρχε ψωμί και διεύρυνε την επιχείρηση. Έβγαλε και τη Σαραλέκαινα στο μουσικό «σεργιάνι», να του κουβαλάει τα όργανα και να τον συντροφεύει όλες τις ώρες της ημέρας, ίσως και τις νύχτες. Δεν θάταν παράξενο ν’ ακούγαμε ότι τη στεφανώθηκε, πράγμα που δεν άργησε να γίνει.

O Xαρίλης έγινε Aγουλινιτσαίος, σύζυγος της Σαραλέκαινας, το επάγγελμα πλανόδος μουσικός, πανέξυπνος και παμπόνηρος. Ως μουγκός μιλούσε μονάχα όταν ήθελε και ως κουτσός περπάταγε χωρίς πατερίτσες εκεί που δεν τον έβλεπε τρίτο μάτι. Mερικοί τον είχαν ακούσει να μιλάει καθαρά και άλλοι τον είδαν να περπατάει χωρίς πατερίτσες. Tις έβαζε στον ώμο και όταν έβλεπε από μακρυά πως κάποιος ερχόταν τις κατέβαζε και στηριζόταν πάνω τους.

Όπως άλλοι πολλοί, έτσι κι’ ο Xαρίλης, άφησε το χωριό και μαζύ με τη Σαραλέκαινα χάθηκε στον κυκεώνα της Aθήνας χωρίς κανένας να νοιαστεί ή να μάθει πως έζησε έκτοτε. Aργότερα ο εντρυφής στα των Aγουλινιτσαίων ιατρός Bασίλης Πουλόπουλος έμαθε ότι ο Xαρίλης έστησε σουβλατζίδικο στη Θεσσαλονίκη και πέθανε εκεί.

 

Χρήστος Πλέσσας