Η κατηγορία των άρθρων περιλαμβάνει επιλεγμένα άρθρα διαφόρων θεματολογικών ενοτήτων:

  • Ιστορικά άρθρα
  • Λαογραφικά άρθρα
 

Καταγωγή των Λέξεων

Λέξεις της κοινής Νεοελληνικής που χρησιμοποιούσαμε ή ακόμα χρησιμοποιούμε, στο χωριό ή στην πόλη, πολλές φορές άγνωστες σε άτομα από άλλη περιοχή (π.χ. βίκα, σούγλος). Λέξεις που αποτελούν σήμερα ανάμνηση (π.χ. σταλίκι) ή εγκαταλείπονται σταδιακά (π.χ. τσούπα, σκουτί). Λέξεις τοπικής και μη εμβέλειας και χρήσης. Ανθολόγησα μερικές από αυτές και προσπάθησα να ερευνήσω την καταγωγή τους με την βοήθεια φυσικά ετυμολογικών λεξικών και το αποτέλεσμα πολλές φορές εκπλήσσει.

Αμολάω = αφήνω. Προέρχεται από το ιταλικό am-mollare = χαλαρώνω, λασκάρω, αφήνω

Αχούρι = ο στάβλος. Η προέλευση από το όψιμο μεσαιωνικό αχούριο και πιθανά από το αχύριον.

Βαγένι = το βαρέλι. Προέρχεται από το μεσαιωνικό βαγένιον - βαγοίνιον του οποίου η προέλευση είναι πιθανά από το σλαβικό vagan.

Βίκα = η στάμνα. Προέρχεται από το αρχαίο βίκος.

Βίτσα = λεπτή βέργα. Από το μεσαιων. Βίτσα που προέρχεται από το σλαβικό vitsa και αυτό από το λατινικό vitea.

Γιούκος, γιούκι = η θήκη σκεπασμάτων. Προέρχεται από το τούρκικο yuk.

Γουλί = το φυτό γογγυλοκράμβη. Προέρχεται από το μεσαιων. γουλίν που είναι υποκοριστικό του αρχαίου άγλις = σκελίδα σκόρδο. [Ιδιαίτερα νόστιμα τα Επιταλιώτικα γουλιά].

Ζαμπαρόλι = κοινή ονομασία του μικρού ψαριού Καλαρρύτου του Κυπρινιδόντου. [Αφθονούσε κάποτε στην λίμνη Αγουλινίτσας και αποτελούσε με τα χέλια βασικό διατροφικό είδος του πληθυσμού της περιοχής].

Ζευγάρισμα = όργωμα με ζώο. Προέρχεται από το μεσαιων. ζευγάρι (= χρήση δύο ζώων), από το αρχαίο ζεύγος.

Ζουμπούλι = ο υάκινθος. Προέρχεται από το τούρκικο sumbul.

Ζοχιός, ζοχός = είδος χόρτου. Η προέλευση της λέξης είναι από το αρχαίο σόγχος που στο μεσαίωνα έγινε ζόχος.

Κακάβι = η χύτρα. Από το μεσαιωνικό κακάβιν που προέρχεται από το αρχαίο κακκάβιον, υποκοριστικό του κακκάβη.

Κανίσκι = το μικρό κανίστρι, καλάθι. Προέρχεται από το αρχαίο κανίσκιον που είναι το υποκοριστικό του κάνεον. [Κανισκέρης ονομαζόταν το άτομο που πήγαινε τα δώρα του γαμπρού μέσα σε κανίσκι στην νύφη λίγες μέρες πριν το γάμο. Ο κανισκέρης διανυκτέρευε στο σπίτι της νύφης και συμμετείχε στο βραδυνό γλέντι. Την επομένη μετέφερε τα δώρα της νύφης στον γαμπρό, μεταξύ αυτών και το γαμπριάτικο πουκάμισο].

Κατσούλι, κατσί = γατάκι. Προέρχεται από το μεσαιων. Κατσίν και αυτό από το κατίν, υποκοριστικό του κάτα.

Καφάσι = δικτυωτό κάγκελο, τελάρο, κλουβί. Προέρχεται από το τούρκικο kafes.

Κοκκάρι = μικρός βολβός κρεμμυδιού. Προέρχεται από το κοκκάριον υποκοριστικό του αρχαίου κόκκος. [Πιθανά και η λέξη κοκκολόι (μαζεύω κόκκους, υπολοίματα συγκομιδής) να έχει την ίδια ρίζα].

Κορύτος = δοχείο ταίστρα. Προέρχεται από το σλαβικό koryto.

Κοτάω, κοτώ = τολμώ. Προέρχεται από το κόττος = κύβος. Στην αρχαία Ελληνική κοτώ σημαίνει οργίζομαι.

Μάκινα = η μηχανή καθαρισμού της κορινθιακής σταφίδας. Από το ιταλικό macchina = μηχανή.

Μάπα = το λάχανο. Από το ιταλικό mappa = χάρτης. [Η λέξη έχει και την έννοια του προσώπου, της σφουγγαρίστρας και του άχρηστου πράγματος].

Μουσαφίρης = επισκέπτης. Προέρχεται από την τούρκικη musafir.

Μπίτι = εντελώς. Προέρχεται από το τούρκικο bit.

Μπογάζι = το στενό πέρασμα. Προέρχεται από το τούρκικο bogaz. [Φημισμένα τα μπογάζια της "σβησμένης από τον χάρτη" θαυμάσιας λίμνης Αγουλινίτσας].

Μπόρα = ραγδαία και ξαφνική βροχή. Από το ιταλικό bora, που προέρχεται από το λατινικό boreas και το ελληνικό βορέας = βορειοανατολικός άνεμος

Μποστάνι = Προέρχεται από την τούρκικη bostan.

Μπούγιο = Μεγάλος όγκος, μεγάλη εντύπωση. Από το ιταλικό buio = σκοτάδι (με την σημασία της σύγχυσης). Πιθανότατα από εδώ και η λέξη μπουγιώνω που χρησιμοποιούμε για το πέταγμα χαρταετών.

Μπούκα = στόμιο. Από το λατινικό bucca = στόμα. [Γνωστή η μπούκα της κάποτε λίμνης μας].

Μπροστέλα = ποδιά μέσης. Από το μεσαιωνικό εμπροστέλλα = προφυλακή, προερχόμενο από τις λέξεις εμπροστά + (καταληξη) - ελα. Άλλη εκδοχή της προέλευσης είναι από το σλαβικό pre-stela.

Νταμιτζάνα = γυάλινο δοχείο. Από το ιταλικό damigiana = γυάλινο δοχείο με προστασία επένδυσης από κλαδιά λυγαριάς.

Πέργουλα, περγουλιά. Προέρχεται από το μεσαιωνικό πέργουλον που επίσης προέρχεται από λατινικό pergula. Πιθανή επίσης η προέλευση από παραφθορά της ιταλικής λέξης pergola = κληματαριά.

Πηλαλώ = τρέχω. Προέρχεται από το όψιμο μεσαιωνικό πηλαλώ από το απηλάλησα αόριστος του απολαλώ. Πιθανή η προέλευση και από το αρχαίο επελαύνω.

Ρουμπί = κουρέλι, ρούχο. Είναι υποκοριστικό της ιταλικής λέξης roba

Σαμάκι = είδος φυτού, λεπτό καλάμι. Προέρχεται από το αρχαίο σάμαξ, υποκοριστικό του οποίου είναι το σαμάκ-ιον και σαμάκι. [Χρησιμότατο κάποτε για την κατασκευή "χειμωνιάτικης" καλύβας].

Σαρωματιά, σαρώνω = σκούπα, σκουπίζω. Προέρχεται από το αρχαίο σαίρω, μεταγενέστερα σαρώ. [Οι σαρωματιές από αφάνα κοντεύουν να εξαφανιστούν].

Σέμπρος = ο συνέταιρος γεωργού. Η προέλευση της λέξης είναι από το σλαβικό sebru.

Σκαλτσούνι = ανδρική κάλτσα. Παραφθορά της λέξης καλτσούνι που προέρχεται από το ιταλικό calzone.

Σκουτί = το ύφασμα, το φόρεμα. Προέρχεται από το αρχαίο σκύτος και το υποκοριστικό του σκυτίον και σε παραφθορά σκουτί.

Σουγλί = η σούβλα. Παραφθορά της λέξης σουβλί. Από το μεσαιων. σουβλίον. [Πιθανή προέλευση και της λέξης σούγλος = κουβάς, λόγω του μυτερού σχήματός του].

Σπερνά = τα κόλλυβα. Η λέξη προέρχεται από το σπερινός και σπερνός που αποτελεί παραφθορά του αρχαίου εσπερινός.

Σταλίκι = λεπτό και μακρύ ξύλο. Προέρχεται από το αρχαίο Στάλιξ = πάσσαλος, υποκοριστικό του οποίου είναι το μεσαιωνικό σταλίκιον και σταλίκι. [Απαραίτητο στα μονόξυλα της κάποτε λίμνης μας].

Τάβλα = σανίδα ικανού πάχους, το στενόμακρο τραπέζι [από εδώ και τα τραγούδια της τάβλας ]. Προέρχεται από το μεσαιωνικό τάβλα, του οποίου η προέλευση είναι από το λατινικό tabula (tabla).

Τελάλης = ο κήρυκας. Η προέλευση της λέξης είναι από το τούρκικο tellal.

Τσούπα, τσούπρα, τσουπί = το κορίτσι. Προέρχεται από τις αλβανικές λέξεις tsupa και tsupre.

Φιλεύω = προσφέρω κάτι λόγω φιλοφροσύνης. Η λέξη προέρχεται από το Φίλος με την προσθήκη της κατάληξης - εύω.

Φτουράω, φτουρώ = επαρκώ (κυρίως για φαγητό). Από το λατινικό obduro = επιμένω αντέχω, με επίδραση του φτάνω.

Χαμοκέλα = Χαμηλό βοηθητικό του κυρίως σπιτιού [Στα αρχοντικά που οι χαμοκέλες ήσαν πολλές, χρησίμευαν και σαν κατοικία του υπηρετικού προσωπικού και των σέμπρων]. Προέρχεται από τις λέξεις Χάμο - κέλα. Η λέξη κέλα = κελί από το μεσαιωνικό κέλλα που προέρχεται από το λατινικό cella, χάμο από το αρχαίο χαμαί.

Χάμω, χάμου = καταγής. Προέρχεται από το αρχαίο χαμαί και το μεταγενέστερο μεσαιωνικό χάμω και χάμαι.

Χιλιάρα = φιάλη χωρητικότητας χιλίων δραμίων, δηλ. δυόμισι οκάδες.

Σταύρος Φωτόπουλος