Η κατηγορία των άρθρων περιλαμβάνει επιλεγμένα άρθρα διαφόρων θεματολογικών ενοτήτων:

  • Ιστορικά άρθρα
  • Λαογραφικά άρθρα
 

Οι Παιδικές Εξοχές

Ένα χρόνο πριν την έναρξη των Α’ Βαλκανικών πολέμων, το 1911, η Σοφία Σλήμαν με χορηγία της, ιδρύει την πρώτη ελληνική παιδική κατασκήνωση στην Βουλιαγμένη της Αττικής. Στην κατασκήνωση γίνονται κατά προτίμηση δεκτά παιδιά προφυματικά και πάσχοντα από αδενοπάθεια, προβλήματα υγείας συνηθέστατα δια την εποχή. Είκοσι καλοκαιρινές μέρες σε υγιεινό περιβάλλον και με άριστη διατροφή, συμβάλλουν σημαντικά στην σωματική ανάπτυξη και ψυχική ευεξία των παιδιών. Μετά την Μικρασιατική καταστροφή η χώρα βρίσκεται σε απελπιστική κατάσταση, με αποτέλεσμα τα προβλήματα διαβίωσης και υγείας των παιδιών να κορυφωθούν. Το 1925 το Πατριωτικό Ίδρυμα (ΠΙΚΠΑ) και η ΧΑΝ δημιουργούν παιδικές εξοχές στο Πήλιο και την Βάρκιζα που πλέον γίνονται γνωστές σε όλους σαν κατασκηνώσεις. Το κράτος ακολουθεί έστω και καθυστερημένα την πρωτοβουλία των ιδιωτών και θα δημιουργήσει μέσω του Υπουργείου Προνοίας το 1935 τις δικές του κατασκηνώσεις. Οι παιδικές εξοχές του Υπουργείου θα διαρκέσουν έως το 1940, οπότε λόγω του πολέμου αναστέλλεται η λειτουργία τους.

Από το 1945 το Υπουργείο Παιδείας πρώτα και αργότερα το Προνοίας, λειτουργεί πάλι τις κατασκηνώσεις. Προηγούνται πάντα στην επιλογή των κατασκηνωτών τα εργαζόμενα παιδιά και εκείνα που έχουν πρόβλημα υγείας. Το 1948 ο νόμος Ν.799 «Περί παιδικών εξοχών» δημιουργεί και το κατάλληλο νομικό πλαίσιο λειτουργίας των κατασκηνώσεων. Με το τέλος του εμφυλίου πολέμου το 1949 λειτουργούν στην χώρα 80 κατασκηνώσεις που φιλοξενούν 40.000 παιδιά. Από το 1950 οι κατασκηνώσεις ακολουθούν έντονη ανοδική πορεία. Αυτή την χρονιά μόνο το Υπουργείο Παιδείας, δίχως να υπολογίζονται οι ιδιώτες, διαθέτει πανελλαδικά 95 κατασκηνώσεις με 50.000 παιδιά.

Αρχικά δεν υπάρχουν μόνιμα καταλύματα για τα παιδιά και την διοίκηση της κατασκήνωσης και όλοι διαμένουν σε σκηνές. Αργότερα οι κατασκηνώσεις βελτιώνονται, κατασκευάζονται κτίρια, εξοπλίζονται με δίκτυα ηλεκτροφωτισμού και νερού. Οι διοικούντες τις κατασκηνώσεις του Υπουργείου Παιδείας, Αρχηγός, Διαχειριστής, Οικονόμος, Αποθηκάριος και Κοινοτάρχες είναι κατά κανόνα δάσκαλοι ενώ τρίτοι είναι η μαγείρισσα, ο φύλακας, ο ηλεκτρολόγος και το λοιπό προσωπικό. Υπάρχει πάντα πτυχιούχος αδελφή νοσοκόμα με ειδικό χώρο ιατρείου, ενώ ο παιδίατρος επισκέπτεται την κατασκήνωση περιοδικά. Την εποπτεία της εύρυθμης λειτουργίας της κατασκήνωσης την ασκεί το Υπουργείο μέσω του Επιθεωρητή Δημοτικής εκπαίδευσης. Τα παιδιά φιλοξενούνται στις κατασκηνώσεις συνήθως σε τρεις περιόδους, «αποστολές»,τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο, με διάρκεια κάθε περιόδου περίπου ένας μήνας. Το 1957 λόγω οικονομικών δυσχερειών, το Υπουργείο μειώνει τα διατιθέμενα κονδύλια σε 13 εκατ. Δρχ. από 26 εκατ. Δρχ του προηγούμενου έτους, γεγονός που έχει επιπτώσεις στην ποιοτική λειτουργία των κατασκηνώσεων. Το 1965 είναι η χρονιά με τα περισσότερα παιδιά σε κρατικές κατασκηνώσεις που φθάνουν σε αριθμό τις 90.000.

 

Κατασκηνώσεις Γκρέκα 1951: Κατασκηνωτές μαθητές με τον Κοινοτάρχη τους.

 

Αρχές Ιουνίου έχει γίνει η επιλογή και έχει καθοριστεί ο αριθμός των παιδιών που θα σταλούν στην κατασκήνωση. Όταν φθάνει η κάθε αποστολή πρώτη ενέργεια της διοίκησης είναι η μέτρηση και καταγραφή του ύψους και του βάρους των παιδιών. Η ίδια διαδικασία επαναλαμβάνεται την προηγουμένη της αναχώρησής τους από την κατασκήνωση οπότε γίνονται και οι σχετικές συγκρίσεις. Έτσι υπήρξαν παιδιά που στην διάρκεια της αποστολής έχουν προσθέσει έως και τρία κιλά στο βάρος τους. Στόχος των κατασκηνώσεων, είναι να λαμβάνει κάθε παιδί άφθονο φαγητό, πέντε φορές την ημέρα, που αντιστοιχεί συνολικά σε 3.500 θερμίδες με την ημερήσια κρατική δαπάνη να ανέρχεται σε 10.000 δρχ. ανά παιδί (έτος 1950). Η ημερήσια μερίδα ψωμιού από 120 δράμια ανά παιδί το 1948, αυξάνεται σε 160 δράμια δηλ. μισό κιλό περίπου, πάντα στο πνεύμα της αφθονίας της τροφής. Το παιδαγωγικό βάθρο στηρίζεται στην χαρά, το τραγούδι, το γέλιο και το παιχνίδι, στοιχεία αναγκαία για την ευχάριστη διαμονή των παιδιών. Το 1951 οι κατασκηνώσεις του Υπουργείου φθάνουν τις 108 και εξυπηρετούν 60.000 παιδιά, ενώ δύο χρόνια μετά, το 1953 υπάρχουν 136 κατασκηνώσεις με 60.000 παιδιά. Το 1947 στα Φιλιατρά και Γαργαλιάνους της Τριφυλίας λειτουργούν ήδη κατασκηνώσεις που ηλεκτροφωτίζονται με ανεμογεννήτριες.

 

Κατασκηνώσεις Γρέκα 1952: Διακρίνονται μπροστά στην σκηνή- Αρχηγείο από αριστερά οι δάσκαλοι Διον. Καραγιάννης, Γ.Πούρνος , Φ.Φωτόπουλος κλπ.

 

Στην επαρχία Ολυμπίας οι πρώτες κατασκηνώσεις λειτουργούν μεταπολεμικά από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 στο χωριό Γκρέκα (ή Γκραίκα) που απέχει 10 χιλ. ΝΑ της Κρέστενας. Στις κατασκηνώσεις Γκρέκα, στους πρόποδες του βουνού Σμέρνα λίγο έξω από το χωριό, δεν υπάρχουν μόνιμες κατασκευές. Οι σκηνές όμως στήνονται σε ένα θαυμάσιο πευκόφυτο περιβάλλον σε υψόμετρο 360μ περίπου. Αρχηγός της κατασκήνωσης ο επιταλιώτης δάσκαλος Φώτης Φωτόπουλος με διαχειριστή τον Γιώργο Πούρνο δάσκαλο Ζαχάρως και αποθηκάριο τον Διονύση Καραγιάννη δάσκαλο Κρέστενας. Οι τρεις δάσκαλοι θα βρεθούν μαζί σε πολλές κατασκηνώσεις στου Γκρέκα αλλά και αργότερα στην Ζούρτσα, με εναλλασσόμενες αρμοδιότητες. Την εποπτεία της κατασκήνωσης ασκεί ο (τότε) επιθεωρητής Στοιχειώδους Εκπαίδευσης της επαρχίας Ολυμπίας με έδρα την Κρέστενα, Κ. Μπάρκουλας. Στο υγιεινό περιβάλλον των κατασκηνώσεων Γρέκα, συμβάλλει και η δροσερή πηγή «Αράπης» σε μικρή απόσταση από τα καταλύματα, σε καταπράσινη κοιλαδίτσα, που γίνεται συχνός τόπος επίσκεψης και διασκέδασης των παιδιών. Η κατασκήνωση λειτουργεί σαν μια μικρή κοινωνία: Από τον Αρχηγό, τον Διαχειριστή, τον Αποθηκάριο, τον Οικονόμο, τους Κοινοτάρχες και Ομαδάρχες μέχρι τον τελευταίο του βοηθητικού προσωπικού, οφείλουν να εργάζονται συντονισμένα και άψογα, με αποτέλεσμα την καλύτερη διαμονή των φιλοξενούμενων παιδιών. Η κατασκήνωση βοηθά επίσης και οικονομικά την τοπική κοινωνία αφού αρκετές νωπές τροφές για τις ανάγκες σίτισης των κατασκηνωτών, προέρχονται από την περιοχή.

 

Κατασκηνώσεις Ζούρτσας 1957: Ο Αρχηγός Γ. Πούρνος πλαισιωμένος από κατασκηνωτές μαθητές, μπροστά από τον θάλαμο «Μακεδονία».

 

Κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1950, οι παιδικές εξοχές μεταφέρονται από τον πευκόφυτο Γκρέκα, στις μόνιμες και μεγαλύτερες εγκαταστάσεις της Ζούρτσας, επίσημα τότε Κάτω Φιγαλεία και σήμερα Νέα Φιγαλεία. Ο άνετος χώρος 7 στρεμμάτων της κατασκήνωσης, βρίσκεται σε υψόμετρο 520μ περίπου πάνω και έξω από τον οικιστικό ιστό της πόλης. Οι εγκαταστάσεις κύριες και βοηθητικές, αποτελούνται από ισόγεια λιθόκτιστα κτίσματα με δίρριχτες κεραμοσκεπές. Η κατασκήνωση είναι ατυχώς κατασκευασμένη στο μέσον ενός γυμνού τοπίου. Στερείται παντελώς δέντρων και τα βουνά που την περιβάλλουν έχουν λίγους θάμνους και άφθονα βράχια. Ανά περίοδο φιλοξενούνται στην κατασκήνωση παιδιά από το Επιτάλιο, την Κρέστενα και την Ζαχάρω τις μεγαλύτερες κωμοπόλεις της Επαρχίας Ολυμπίας, που πλαισιώνονται κατάλληλα από τους μικρότερους οικισμούς ώστε να συμπληρωθεί ο αναγκαίος αριθμός κατασκηνωτών. Το ταξίδι μέχρι την κατασκήνωση είναι υπόθεση αρκετών ωρών, ιδίως για τους μαθητές του απομακρυσμένου Επιταλίου. Τα παιδιά φορτωμένα συνήθως με χαρτόκουτα δεμένα με σπάγκο που περιέχουν τα λιγοστά υπάρχοντά τους, με το ατμοκίνητο τραίνο φθάνουν στο σταθμό Θολό. Από εκεί με ένα παλαιό λεωφορείο που ξεκινά σχεδόν πάντα με καθυστέρηση, μέσω ενός προβληματικού χωματόδρομου μήκους 13 χλμ. περίπου, φθάνουν στον τελικό προορισμό, την Ζούρτσα. Η ίδια φυσικά ταλαιπωρία τα περιμένει και στην επιστροφή. Αρχηγός της κατασκήνωσης θα είναι για αρκετά χρόνια ο Γιώργος Πούρνος με διαχειριστή τον Φώτη Φωτόπουλο, αποθηκάριο τον Διονύση Καραγιάννη, οικονόμο την Πότα Νάνου, νυχτοφύλακα τον καλοκάγαθο μπάρμπα-Λάμπρο τέως πυγμάχο. Την εποπτεία της εύρυθμης λειτουργίας της κατασκήνωσης ασκεί αρχικά ο επιθεωρητής Πιτσούνης και στην συνέχεια ο επιθεωρητής Ι. Δασκαλάκης, με έδρα πάντα την Κρέστενα. Δάσκαλοι επιθεωρητές και βοηθητικό προσωπικό εργάζονται με ευσυνειδησία και αγάπη προς το έργο τους, με μοναδικό στόχο την ευχάριστη διαμονή των παιδιών.

Η κατασκήνωση διαθέτει δίκτυο ηλεκτροφωτισμού και νερού, που όμως η παλιά και ανεπαρκής ηλεκτρογεννήτρια καθιστά συχνά την λειτουργία τους προβληματική. Οι θάλαμοι ύπνου των παιδιών, ξεχωριστοί για τα αγόρια και τα κορίτσια, έχουν το δικό τους όνομα: Μακεδονία, Θράκη κλπ. Οι χώροι έξω από τους θαλάμους οριοθετούνται με ασβεστωμένες πετρούλες, σε διάφορα σχήματα, στην προσπάθεια διαμόρφωσης και καλλωπισμού του περιβάλλοντα χώρου. Έπαρση και υποστολή σημαίας καθημερινά, με τα παιδιά να λένε τον εθνικό ύμνο, σε ιστό τοποθετημένο δίπλα από το άσπρο εκκλησάκι. Καλό και άφθονο φαγητό στην στεγασμένη τραπεζαρία, τραγούδι και χορός, παιχνίδι και νέες φιλίες, θεατρική παράσταση μαθητών, διαμόρφωση των χώρων, εκδρομές στην γύρω περιοχή και άλλες δραστηριότητες, δημιουργούν αξέχαστες εμπειρίες και διακοπές για τα παιδιά. Ακόμα αντηχούν στ’ αυτιά τα αυτοσχέδια τραγουδάκια των παιδιών «… έχουμε για αρχηγό τον Πούρνο τον λεβέντη, που όλη την κατασκήνωση αυτός την επιβλέπει…», κάτω από έναν πεντακάθαρο έναστρο ουρανό. Ο Αρχηγός με την δυνατή και υποβλητική φωνή του να τραγουδά « …ωραία η ζωή στο ξέφωτο, σε τούτη δω τη φύση…», σε μια κατασκήνωση που τον παρακολουθεί μαγεμένη. Στιγμές μιας άλλης εποχής, ανεπανάληπτες.

Δεν λείπουν βέβαια και τα παιδιά που νοσταλγούν το σπίτι και τους δικούς τους και δεν βλέπουν την ώρα να επιστρέψουν. Αρκετά δεν βρίσκουν της αρεσκείας τους το μαζικά παρασκευασμένο και σε μεγάλα σκεύη φαγητό. Κρέμα, ρυζόγαλο, μαρμελάδες, μαγειρευτά φαγητά και σούπες παραμένουν, από ευτυχώς ελάχιστους, σχεδόν ανέγγιχτα. Η αλληλογραφία με τα σπίτια τους είναι μια παρηγοριά στις τάσεις επιστροφής των πλέον ευαίσθητων παιδιών. Την ημέρα όμως της επιστροφής τα αισθήματα είναι ανάμικτα, χαρά για το σπίτι τους που τα περιμένει αλλά και συγκίνηση για τις φιλίες που διαλύονται. Οι υποσχέσεις για συνάντηση το επόμενο καλοκαίρι στον ίδιο τόπο δίνονται πάντα με μεγάλη ευκολία, σπάνια όμως πραγματοποιούνται.

 

Οι κατασκηνώσεις Ζούρτσας το 1957.

 

 

Οι κατασκηνώσεις το 2013. Οι φωτογραφίες τραβηγμένες από την ίδια περίπου γωνία.

 

Οι συνθήκες οικονομικές και κοινωνικές της ελληνικής οικογένειας με το πέρασμα του χρόνου άλλαξαν σημαντικά. Σταμάτησε να υπάρχει η ανάγκη σίτισης των παιδιών και ο δωρεάν παραθερισμός τους σε κρατικές κατασκηνώσεις από μία συνεχώς ανερχόμενη οικονομικά ελληνική κοινωνία. Όταν τα παιδιά δεν παραθερίζουν στα εξοχικά τους ή σε ξενοδοχειακά καταλύματα, προτιμώνται για διάφορους λόγους οι ιδιωτικές σύγχρονες κατασκηνώσεις ή και συνδυασμός όλων αυτών. Σήμερα πλέον ο χώρος των εγκαταστάσεων της κατασκήνωσης Ζούρτσας έχει μετατραπεί σε δημοτικό γήπεδο ποδοσφαίρου, με σημαντική αλλοίωση του περιβάλλοντα χώρου, περιτριγυρισμένο από κατοικίες, με τα αρχικά κτίρια σε κατάσταση δραματική να παραμένουν ακόμα στην θέση τους αναπολώντας παλιές δόξες.

Πέρα από τα πιθανά μειονεκτήματα που κάποιος σχολαστικός θα μπορούσε να καταλογίσει, οι κατασκηνώσεις παραμένουν χαραγμένες στην μνήμη των παιδιών σαν μοναδικές κυψέλες κοινωνικότητας, ομαδικότητας και φιλίας, αξίες αναλλοίωτες στον χρόνο. Γι’ αυτό και η προσφορά τους στην παιδική ηλικία, την τρυφερότερη και ωραιότερη του ανθρώπου, θεωρείται ανεκτίμητη.

Σταύρος Φωτόπουλος