Η κατηγορία των άρθρων περιλαμβάνει επιλεγμένα άρθρα διαφόρων θεματολογικών ενοτήτων:

  • Ιστορικά άρθρα
  • Λαογραφικά άρθρα
 

Το «Πόθεν Έσχες» Στη Βουλή

Από τον Ολύμπιο βουλευτή Φώτη Μοσχούλα

Στις 17 Δεκεμβρίου 1927, ο αθηναϊκός και επαρχιακός Τύπος έγραφε:

«Υπό του βουλευτού Μεσσηνίας κ. Φώτη Μοσχούλα, υπεβλήθη εις την Βουλήν, κατά την συνεδρίασιν της παρελθούσης Παρασκευής, σχέδιον νόμου περί του «Πόθεν έσχες», συνοδευόμενον και υπό μακράς εισηγητικής εκθέσεως. Ο κ. Μοσχούλας, λαβών τον λόγον, κατά την υποβολήν του νομοσχεδίου, ανέπτυξε διατί θεωρεί αναγκαίαν την ψήφισίν του».

Ο Φώτης Μοσχούλας γεννήθηκε στο Επιτάλιο, το 1866. 'Ηταν γιατρός και, σύντομα, κατέστη ισχυρότατος τοπικός παράγοντας της επαρχίας Ολυμπίας. Αναμείχθηκε στην πολιτική και, με τη σημαντική κομματική δύναμη που διέθετε, εξελέγη βουλευτής-και εκτός συνδυασμού πολλές φορές-στις περιόδους 1899, 1902, 1906, 31 Μαϊου 1915, 3 Δεκεμβρίου 1915, 1926, 1932, 1933 και 1935. Είχε ταχθεί στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο. Χρημάτισε πρόεδρος της Βουλής.

Υπήρξε άριστος κοινοβουλευτικός άνδρας, αγωνιζόμενος, έντιμα και σθεναρά, για τα λαϊκά συμφέροντα. Είχε πλήρη συναίσθηση των ευθυνών ενός εντολοδόχου ευσυνείδητου, αλλά και δυναμικού και άκαμπτου. Αγνός, τίμιος και ειλικρινής, ίστατο μεταξύ των εκλεκτών τέκνων της Ολυμπίας. Ως βουλευτής, επέδειξε έντονη δραστηριότητα και βρισκόταν πάντοτε, ενθουσιώδης και ακαταπόνητος, στο πλευρό των μοχθούντων συμπατριωτών του. Είχε κατακτήσει την αγάπη και εκτίμηση όχι μόνο των Ολυμπίων, αλλά και των συναδέλφων του-όλων των παρατάξεων-στη Βουλή. Χειροκροτήθηκε, πολλές φορές, για τις τεκμηριωμένες αγορεύσεις του στην Εθνική Αντιπροσωπεία. Υπήρξε εισηγητής πολλών νομοσχεδίων. Πέθανε στην Αθήνα, την περίοδο της κατοχής.

Ο Φώτης Μοσχούλας κατέθεσε-πρώτος αυτός-στη Βουλή σχέδιο νόμου για το «Πόθεν έσχες», καθώς και εμπεριστατωμένη εισηγητική έκθεση. Το 1910, ο επιφανής νομομαθής και πολιτικός Νικόλαος Δημητρακόπουλος, (Καρύταινα, 1864-Βιέννη, 1921), σε ομιλία του για τα οικονομικά της Χώρας, αναφέρθηκε στην ανάγκη νομοθέτησης και εφαρμογής του «Πόθεν έσχες», χωρίς, έκτοτε, να επανέλθει.

Το νομοσχέδιο Μοσχούλα δεν έγινε νόμος του Κράτους, αφού ουδέποτε συζητήθηκε στη Βουλή. Για το «κουκούλωμα» αυτό, δριμεία υπήρξε η κριτική του μεγαλύτερου μέρους των εφημερίδων, που, επανειλημμένα, κάλεσαν τον πρωθυπουργό Παναγή Τσαλδάρη να νομοθετήσει, χωρίς πλέον αναβολή, και να εφαρμόσει το «Πόθεν έσχες».

Δημοσιεύονται, εδώ, η αγόρευση του Φώτη Μοσχούλα, η εισηγητική έκθεση και το σχέδιο νόμου.

Η ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΜΟΣΧΟΥΛΑ

«Κύριοι Βουλευταί,

Λαβών τον λόγον, κατά την συζήτησιν του 19ου άρθρου του Συντάγματος και ομιλών περί του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, έλεγον ότι η νομίμως και δικαίως κτηθείσα δέον να προστατευθή επί τη βάσει του 19ου άρθρου του Συντάγματος και προσέθετον ότι αι μεταπολεμικαί περιουσίαι πρέπει να ερευνηθούν εάν νομίμως και ηθικώς διετέθησαν αύται και εδήλουν ότι θα υπέβαλον, εν καιρώ τότε, πρότασιν Νόμου περί του «Πόθεν έσχες». Εκπληρών την δοθείσαν υπόσχεσιν, λαμβάνω την τιμήν να υποβάλω εις την Βουλήν την πρότασιν ταύτην.

Η περίοδος του παγκοσμίου πολέμου περιέλαβεν εις τας αιματοβρέκτους σελίδας της και την χειμαζομένην ημών πατρίδα και παρήλθεν, αφού αφήκε ανεξίτηλα τα ίχνη της καταστρεπτικής διαβάσεώς της επί όλης της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας.

Η μεταπολεμική περίοδος, η από του Νοεμβρίου του 1922 ασυνείδητος συντελεστής της παραγνωρίσεως της αδιασαλεύτου αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, ενεφάνισεν, ως ήτο επόμενον και πρόδηλον, την πολιτικήν και κοινωνικήν αναρχίαν και διέσεισε το κρατικόν οικοδόμημα.

Το μεγαθήριον των σκανδάλων, των καταχρήσεων, των κλοπών, της διαρπαγής του δημοσίου πλούτου, της εκμεταλλεύσεως των εθνικών περιπετειών υπό επιτηδείων πατριδοκαπήλων, οι οποίοι εις πάσαν στιγμήν άφινον τα Πάρθεια βέλη των κατά του Κοινοβουλευτισμού και των πολιτικών ανδρών της χώρας, όμοιοι προς τους αλήτας της δημοτικής αγοράς της αρχαιότητος, οίτινες από της σκηνής των υπαιθρίων θεάτρων εσατύριζον τους μεγάλους πολιτικούς άνδρας της εποχής των. Η επί της πολιτικής σκηνής εμφάνισις των παραγόντων, πολλών εξ αυτών δοσιλόγων, αι αυθαιρεσίαι αυτών και τα, εκ της ατασθάλου πολιτικής των, συγκομισθέντα οικονομικά ναυάγια, εγέννησαν παρά τω Λαώ την απογοήτευσιν και προεκάλεσαν μίαν ψυχικήν ατονίαν, οδηγούσαν εις τέλμα, ενώ φαίνονται βυθιζόμενα τα μεγάλα προτερήματα του 'Ελληνος, του οποίου αείποτε ακμαίον υπήρχε το πατριωτικόν φρόνημα του Ελληνικού Λαού εν γένει, του μέχρι της χθες σφριγώντος εις πρόοδον και στερεώς προσηλωμένου εις τα πάτρια και τα εθνικά ιδεώδη.

Ευτυχώς, αι εκλογαί της 7ης Νοεμβρίου απέκτησαν το Κοινοβουλευτικόν πολίτευμα δια της νομίμου και αμφοτεροπλεύρου εκπροσωπήσεως του ελληνικού Λαού, αλλά δεν παρεσχέθη η ευκαιρία όπως, δια νομοθετικών μέτρων, επιζητηθή η εξυγίανσις της χώρας, ην ζητεί ο Λαός και ο καθαρμός των μικροσχήμων και μεγαλοσχήμων εκμεταλλευτών του Λαού, αλλά και του δημοσίου πλούτου.

Σημαία, λάβαρον, έμβλημα εις τας χείρας ημών των αντιπροσώπων του Λαού, οίτινες πρώτοι θα κύψωμεν υπό τον έλεγχον του Νόμου, εάν κυρώσητε τούτο, έστω, το «Πόθεν έσχες», έστω και γένοιτο το Ευαγγέλιον της αναζωογονήσεως, της αναζωπυρώσεως, της τενώσεως και της εξυψώσεως του καταπεσόντος φρονήματος του ελληνικού λαού, δια της αποκαλύψεως παντός εκμεταλλευτού και νοσφιστού του δημοσίου χρήματος, του χρήματος το οποίον είναι ο ιδρώς του πεινώντος ελληνικού λαού. Εκ της εισηγητικής εκθέσεως του Νομοσχεδίου και των διατάξεων αυτού θα δικαιολογήσητε την σπουδαιότητα και το επίκαιρον του μέτρου, και εκ της γνώμης υμών ην θα μορφώσητε και εκ της αποφάσεως ην θα λάβητε, θα εξαρτηθή η σωτηρία ή μη της Πατρίδος.

Ο αξιότιμος κύριος επί των Οικονομικών Υπουργός, ομιλών κατά τη συνεδρίασιν της παρελθούσης Παρασκευής επί του σχεδίου Νόμου του Νομοθετικού Διατάγματος, του κυρώσαντος τας συμφωνίας της Γενεύης, εζήτει να αντλήση την δύναμιν αυτής η Κυβέρνησις εκ του κύρους όπερ θα τω προσέδιδεν η ψήφος υμών: και προσέθετεν ότι είναι βέβαιος περί τούτου, διότι ο πατριωτισμός σας δεν σφύζει μόνον εις τα χείλη σας, αλλά πτερυγίζει και εις τας ψυχάς σας. Τούτου δοθέντος, έχω την ελπίδα ότι η φιλοπατρία σας δεν θα αφήση να παρέλθη απαρατήρητος η πρότασίς μου περί του «Πόθεν έσχες», δια της οποίας όχι μόνον θα εξυψωθή το μειωθέν κύρος του Κοινοβουλίου και του Κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, η σωτηρία της Πατρίδος, αλλά και οι μεταγενέστεροι θαυμασταί του μεγάλου υμών έργου θα εντειχίσωσι πλάκα εντός της αιθούσης ταύτης, εν ή θα χαράξωσι χρυσοίς γράμμασι τα ονόματα υμών ότι υπήρξατε άξιοι της Πατρίδος.

Υποβάλλων την πρότασιν ταύτην του Νόμου, δεν αξιώ ότι παρέχω τι τέλειον, καίτοι πολύτιμον μοι παρέσχον συμβολήν αι σοφαί γνώμαι του σοφού επιτίμου Καθηγητού του Πανεπιστημίου κ. Καζάζη, του αξιοτίμου συμπολίτου μου κ. Ηλία Αναστασίαδη, Καθηγητού της Αν. Εμπορικής Σχολής και του συναδέλφου κ. Ρούσου Κουνδούρου δια την διασκευήν των διατάξεων του Νομοσχεδίου, όστις, δια της συνδρομής του, κατέκτησε το δικαίωμα της συνυπογραφής του Νομοσχεδίου.

Καταθέτων εις χείρας υμών το Νομοσχέδιον τούτο, έχω την ελπίδα ότι εξυπηρέτησα ύψιστα συμφέροντα της Πατρίδος. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα εκ της αιθούσης και του ακροατηρίου).»

Η ΕΙΣΗΓΗΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

«Τα φορολογικά βάρη του Λαού επί τοσούτον ηυξήθησαν, ώστε του Αμλέτου το ερώτημα να έρχεται εις την σκέψιν παντός δια της εντίμου εργασίας του διαβιούντος πολίτου. Αφ' ετέρου, η αυθαδώς εμφανισθείσα, από του 1912 και εντεύθεν, οικονομική δύναμις πολλών, μέχρι τότε, πενιχρώς ζώντων εγέννησε το δίκαιον και εύλογον παρά τω σκληρώς και απηνώς φορολογουμένω Λαώ ερώτημα «Πόθεν έσχον» ταύτην, όπως δεδικαιολογημένως αναφέρει ο Ρωμαίος Πλαύτος, ακμάσας κατά το τέλος του τρίτου π.Χ. αιώνος, εν στιχομυθία μεταξύ της Κλεοστράτης και της Μurrina, προκειμένης διαμφισβητήσεως μιας δούλης, ανηκούσης εις την πρώτην.

Και της ιστορικής ταύτης γενέσεως δικαιολογητικήν βάσιν αρυόμενος Νομοδιδάσκαλος Κοϊντος Μούκιος Σκαιβόλας εθεμελίωσε την γνωστήν περί του ομωνύμου αυτώ τεκμηρίου διδασκαλίαν του, ην διέσωσε ημίν εν τοις Πανδέκταις (241 Νόμος 51) ο Πομπώνιος. Και εν τη οικονομική τραγική δυσπραγία, εν ή ο Ελληνικός Λαός σύρεται κύπτων ως υποζύγιον υπό το βάρος δυσβαστάκτων φόρων, ο νεόπλουτος της σήμερον και πτωχός της χθες προκαλεί την κοινωνίαν αυθαδώς εμφανιζόμενος και ασυνειδήτως σπαταλών πλούτον, ούτινος την δυσώνυμον πηγήν, μόνον δια της νομοθετήσεως του «Πόθεν έσχες», θα ηδύνατο και θα δυνηθή η πολιτεία να αποκαλύψη.

Κομίζω γλαύκα εις Αθήνας, διατεινόμενος ότι το αθέμιτον και εύκολον κέρδος υπήρξεν ο μοχλός πέριξ του οποίου εκινούντο και κινούνται έτι και νυν αδιακρίτως κοινωνικής τάξεως, αδιακρίτως επαγγέλματος ιδιωτικού ή δημοσίου, οι τον πλουτισμόν ως θρησκείαν και την ευμάρειαν ως σύμβουλον του βίου αυτών τάσσοντες, οι τοιούτοι Νεοέλληνες, πατρίδα το αργύριον έχοντες, την παρακμήν της πατρίδος και την υποδούλωσιν αυτής κατεργάζονται.

Και προς κολασμόν της τοιαύτης κοινωνικής πληγής και προς κάθαρσιν της κοινωνίας από των κακοήθων τούτων νεοπλασμάτων εν τω κοινωνικώ οργανισμώ εμφανιζομένων, οι Αρχαίοι 'Ελληνες, αλλά και οι Αιγύπτιοι, εθεμελίωσαν τον Νόμον του «Πόθεν έσχες», όπως ίσχυσε παρά Κορινθίοις τοιούτος, ως αναφέρει ο Αθήναιος.

«Νόμιμον τούτ' εστί βέλτιστ' ενθάδε Κορινθίοισιν, αν τα οψωνούντ' αεί λαμπρώς ορώμεν, τούτον ανακρίνει πόθεν ζη και τι ποιών... Αν δε μεθ' οτιούν έχειν ζη πολυτελώς τω δημίω παρέδωκαν αυτό»...

Αλλά και ο Σόλων δεν καθυστέρησεν, εν τη νομοθετική του πανσοφία, να εφαρμόση τον νόμον του «Πόθεν έσχες», ως αναφέρει ο Ηρόδοτος εν τω βιβλίω αυτού (Β' 177), λαβών τούτον παρά των Αιγυπτίων, ισχύοντα παρ' αυτοίς από Αμάσεως.

«Νόμον Αιγυπτίοις τον δε ¶μασις εστίν ο καταστήσας αποδεικνύναι εκάστου τω Νομάρχη πάντα τινά Αιγυπτίων όθεν βιούται, μηδέ ποιεύντα ταύτα, μηδέ αποφαίνοντα δικαίαν ζόην, ιθύνεσθαι θανάτω».

Αλλά και ο ¶ρειος Πάγος παρηκολούθει ως επόπτης των ηθών της πόλεως τα κατά τον βίον και την δίαιταν ενός εκάστου των Αθηναίων πολιτών, αλλά και των ξένων των παρεπιδήμων.

«Ο αργός παντί τω βουλομένω γράφεσθαι. Της αργίας ατιμία έστω το τίμημα ει τρις αλώει...».

Και η Σπάρτη ήκμαζεν, επίσης, όσον ουδεμία άλλη πόλις, αλλά, δυστυχώς, τα γνωστά ιστορικά αίτια προεκάλεσαν την κοινωνικήν και πολιτικήν αυτής παρακμήν, διότι ο κατ' εξοχήν στρατιώτης και στρατοπέδου βίον άγων πολίτης της Σπάρτης απώλεσε τον αρχικόν αυτού χαρακτήρα, δι' όν εσεμνύνετο.

Και οι έφοροι, κατά την ακμήν της Σπάρτης, εδικαιούντο να αναμιγνύωνται εις πάσας τας οικογενειακάς, κοινωνικάς και πολιτικάς σχέσεις και αυτής ακόμη της βασιλικής οικογενείας, εποπτεύοντες, όπως μη η Βασιλική σύζυγος «υποκλόπιος αλλοτρίου σπέρματος γένηται». Και το «Πόθεν έσχες» ήτο μεταξύ των πρωτίστων καθηκόντων των εφόρων, οι δε τας διατάξεις αυτού παραβαίνοντες ετιμωρούντο ως εχθροί της πατρίδος, εξεδιώκοντο του πατρίου εδάφους ως επιζήμιοι και φθοροποιοί της Σπαρτιατικής κοινωνίας.

Και κατά τους χρόνους της παρακμής εν τη επελθούση εκλύσει πάσης εννοίας ηθικής και δικαίου, έλεγεν ο Αλκαίος «χρήματ' ανήρ, πενιχρός δ' ουδείς πλέον εσθλός ουδέ τίμιος». Και η προς πλουτισμόν, άκοπον και αθέμιτον, βουλιμία των αποσπαρτηθέντων πλέον πολιτών, εφόνευε την Σπάρτην, ως είχε προφητεύσει ο Δελφικός θεός.

Και η ολιγαρχία των παραγόντων, των ανηθίκως πλουτιζομένων, εδολοφόνει τον ¶γιν και εδέσμευε τον Κλεομένη, οίτινες είχον αναλάβει ηράκλειον έργον καθαρμού από τους μεταβαλόντας τον σεμνόν της σεμνής πόλεως οίκον εις άσεμνον εμπορίου των ιερών και οσίων παραδόσεων της πρώτης ευκλείας τοιούτον.

Και του Κλεομένους εκλιπόντος, συνεξέλιπε και το «Πόθεν έσχες» και μετ' αυτού και το κλέος και η ακμή αυτής.

Αλλά, δεν υπήρξεν αλλοία η τύχη και της Ρώμης, ήτις την ισχύν αυτής εστήριξεν επί της ηθικής, της οικογενείας, της θρησκείας, της αγάπης εις εθελοηνοίας προς την Πατρίδα, εμβλήματα ταύτα, αλλά και όπλα της δυνάμεως αυτής ισχυρότερα των τειχών της. Το δίκαιον και πρέπον συνηντώντο εν τη συνειδήσει αρχόντων και αρχομένων. Αλλ' υπήρχον οι τιμηταί, οίτινες εκ των αρίστων πολιτών στρατολογούμενοι ήσκουν, ως εν Σπάρτη οι έφοροι, τα αυτά περίπου δικαιώματα και καθήκοντα: «Εξόν δε αυτοίς τας τε προσόδους τας κοινάς εκμισθείν και των οδών και των δημοσίων οικοδομημάτων επιμελείσθαι και τας γραφάς της εκάστου ευπορίας διατελείν και του βίου των πολιτών επισκοπείν και εξετάζειν. Και τους μεν αξίους επαίνου εις την φυλάς και την Γερουσίαν εγγράφειν, τους δε μη πανταχόθεν ομοίως απαλείφειν» και άπαντα ταύτα εξ ορθής γνώμης ουχί εκ προκαταλήψεως και εμπαθείας.

Αλλά, εισήλθεν ο κοσμοπολιτισμός εις τα σπλάχνα της κοσμοκρατείρας και υπό την επιρροήν ξένων και οθνείων θρησκευτικών, ηθικών και κοινωνικών αντιλήψεων διεφθάρη το ήθος, ερευστοποιήθη ο χαρακτήρ του Ρωμαϊκού Λαού εν τε ταις οικογενειακαίς, ταις αστικαίς και ταις πολιτικαίς σχέσεσι. Δισταγμός και απιστία. Εντεύθεν, το ubi bene ibi patria. Πλήρης αποσύνθεσις και αναρχία εν τε τω πολιτικώ, κοινωνικώ και οικονομικώ βίω. Καινά δαιμόνια, οία τα ευαγγελιζόμενα σήμερον παρά των κομμουνιστών. Κατάλυσις της μεσαίας αστικής τάξεως, ήτις απετέλει το θεμέλιον της ισχύος αυτής, ην επιζητεί παρ' ημίν σήμερον ο αχαλιναγώγητος κομμουνισμός.

Και υψώθη κατά της τοιαύτης εμφανούς αποσυνθέσεως της Ρωμαϊκής κοινωνίας η φωνή του μεγάλου ζηλωτού των πατρίων, τιμητού Μάρκου Πορκίου Κάτωνος, αλλά εις μάτην. Εις μάτην οι αδελφοί Γράκχοι ηγωνίζοντο δια να θέσωσι φραγμόν εις την προϊούσαν εξαχρείωσιν, διότι οι πλουτοκράται και η πλειάς των πολιτευομένων αντεμετώπιζον τας πατριωτικάς των προσπαθείας και δια στάσεως, οργανωθείσης υπό της ολιγαρχίας, εφονεύοντο διαδοχικώς αμφότεροι. Και η άνομος αργυρολογία, ως λέγει Νόμος του συνδημάρχου του Γαϊου Γράκχου, του Γλαβρίωνος, κατέστη ο σκοπός των ισχυρών, αρχόντων και αρχομένων.

Η Ρώμη κατέρρεε και εξεφυλίζετο ο πολίτης σκιά εν τη σκιώδη πρώην ελευθέρα και εντίμω πολιτεία. Και η Ρωμαϊκή Νομοθεσία, ακολουθούσα τα πρότυπα των ισχυσάντων Νόμων παρ' 'Ελλησι και Αιγυπτίοις, δι' ειδικού Νόμου καθώριζε βαρυτάτας ποινάς κατά των μη δυναμένων να αποδείξωσι του αιφνιδίου πλούτου αυτών την προέλευσιν. Αλλ' εκ των ιστορικών λόγων, ους ανέφερα, η Ρώμη κατέρρευσε, διότι τα Κράτη, όπως και τα άτομα, δημιουργούσι την τύχην των δια των ιδίων των χειρών.

Και αναρίθμητα πρόκεινται τα ιστορικά παραδείγματα τιμωρίας των δημοσίων λειτουργών και πολιτικών ανδρών επί καταχρήσει (peculat) παρά τε τοις αρχαίοις 'Ελλησι και τοις Ευρωπαίοις. Και η μεταπολεμική εμφάνισις των λαών οδηγεί εις σκέψεις και αποφάσεις τους ιθύνοντας την λήψιν μέτρων προς αναχαίτισιν από τον ολισθηρόν και κρημνώδη δρόμον, προς ον ακατασχέτως φέρονται ούτοι.

Και η Γιουγκοσλαβία προέτρεξε πάντων άλλων Κρατών και εθέσπισε Νόμον, ούτινος το 10ον άρθρον αναφέρει:

«Παν δημόσιον όργανον υποχρεούται ν' αποδείξη «Πόθεν έσχε» την περιουσίαν του. Αν δεν δυνηθή να αποδείξη τούτο, τότε το σχετικόν τμήμα αυτής δημεύεται υπέρ του δημοσίου».

Η ανάγκη, άλλωστε, της λήψεως εξαιρετικών μέτρων ερεύνης του Δημοσίου βίου δεν πιστοποιείται μόνον εκ της κυριαρχούσης συνειδήσεως περί της ανάγκης της λογοδοσίας όλων των διαχειρισθέντων τα κοινά, αλλά και εκ του ψηφίσματος, όπερ κατετέθη, προ τριών περίπου ετών, εν τη Δ' Συνελεύσει «περί ευθύνης των, μετά την 16ην Δεκεμβρίου 1923, διατελεσάντων Υπουργών», εν τη εισηγητική εκθέσει του οποίου αναφέρεται ότι αι φήμαι περί σκανδάλων και καταχρήσεων περί διαχείρισιν των δημοσίων πραγμάτων και αναμίξεις των πολιτικών ανδρών εις χρηματιστικάς κερδοσκοπίας δεν δύνανται να παραμείνουν επί πλέον ανεξέλεγκτοι άνευ μεγάλων και ανεπανορθώτων ζημιών δια τα συμφέροντα της Κοινωνίας και του Κράτους.

Το ψήφισμα τούτο, ατυχώς, δεν εκυρώθη μέχρι σήμερον, καίτοι ενεκρίθη υπό της Κοινοβουλευτικής επιτροπής, ήτις αναφέρει εν τη εκθέσει της ότι ουδείς δύναται πλέον να παραμείνη ψυχρός θεατής της καταστάσεως ταύτης, μεγίστους δια την χώραν εγκυμονουσης κινδύνους, κινδύνους εθνικούς, κινδύνους κοινωνικούς, κινδύνους εγκειμένους το μεν εις την , εκ της συκοφαντίας, φθοράν χρηστών και αμέμπτων πολιτικών ανδρών, το δε, εάν αι διαδόσεις αληθεύουν, εις την παραμονήν ή επάνοδον εν τη αρχή πολιτικών ανδρών, οίτινες, επιλήσμονες των υψηλών καθηκόντων και του ιερού προορισμού των γενόμενοι, εν γνώσει και επί τω σκοπώ ιδίου αυτών ή τρίτου οφέλους, εζημίωσαν τα εθνικά και κοινωνικά συμφέροντα».

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ

¶ρθρον 1.Συνιστάται εν τη έδρα εκάστου νομού πενταμελής πρωτοβάθμιος επιτροπή, αποτελουμένη εκ του προέδρου και εισαγγελέως των πρωτοδικών και εξ ενός δικηγόρου, ενός εφέδρου και ενός γεωργού, υποδεικνυομένων υπό των οικείων οργανώσεων.

¶ρθρον 2. Εις την επιτροπή ταύτην ανατίθεται η έρευνα και η εξακρίβωσις των περιουσιακών στοιχείων πάντων των διαχειρισθέντων οιονδήποτε δημόσιον ή αιρετόν αξίωμα από του 1914 και εξής. Εις την ενέργειαν αυτήν θέλει προβή η επιτροπή, υποχρεωτικώς, δια πάντα τα εν τη περιφερεία της κατοικούντα ή διαμένοντα πολιτικά πρόσωπα και κρατικά όργανα. Η αυτή επιτροπή προβαίνει, προς τούτοις, είτε αυτοδικαίως, είτε τη αιτήσει οιουδήποτε, εις την έρευναν και εξακρίβωσιν των περιουσιακών στοιχειών και παντός άλλου πολίτου ή και κληρονόμου αυτού.

¶ρθρον 3. Εν τη έδρα εκάστου εφετείου συνιστάται, επίσης, δευτεροβάθμιος επιτροπή, αποτελουμένη εκ του προέδρου και εισαγγελέως των εφετών, ενός δικηγόρου, ενός εφέδρου και ενός γεωργού, υποδεικνυομένων ως ανωτέρω.

¶ρθρον 4. Εν Αθήναις συνιστάται, προς τούτοις, ανωτάτη επιτροπή, αποτελουμένη εκ του προέδρου και εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, του αντιπροέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ενός δικηγόρου, εκλεγομένου υπό του Δικ. Συλλόγου Αθηνών, ενός τοιούτου, υποδεικνυομένου υπό του Δικηγ. Συλλόγου Πειραιώς, ενός αντιπροσώπου του Εργατ. Κέντρου Αθηνών, ενός των εφεδρικών οργανώσεων και ενός τοιούτου υπό των οργανώσεων των αναπήρων.

¶ρθρον 5. Η υπό των μελών πασών των επιτροπών ανάληψις των καθηκόντων είναι υποχρεωτική, η δε εκτέλεσις αυτών, ούσα τιμητική, παρέχεται αμισθεί. Πάντα τα μέλη των επιτροπών εκλεχθήσονται μεταξύ πολιτών μη υπαγομένων εις τας διατάξεις του παρόντος και ορκίζονται, προ της αναλήψεως των καθηκόντων των, ενώπιον του προέδρου της οικείας επιτροπής.

¶ρθρον 6. Εις τας επιτροπάς ταύτας παρέχονται δικαιώματα ανακριτικά, επί τη βάσει των σχετικών διατάξεων της Ποινικής Δικονομίας. ¶ρνησις παντός πολίτου ή δημοσίου οργάνου προς παροχήν των αιτουμένων υπό της επιτροπής στοιχείων ή παροχή ανακριβών τοιούτων τιμωρείται, τη εγκλήσει της επιτροπής, δια φυλακίσεως μέχρις έξ μηνών και, εν υποτροπή, μέχρι 3 ετών.

¶ρθρον 7. Αι αποφάσεις των πρωτοβαθμίων επιτροπών δύνανται να εφεσιβληθούν εντός ενός μηνός, από της κοινοποιήσεώς των, ενώπιον των δευτεροβαθμίων επιτροπών, των οποίων αι αποφάσεις είναι τελεσίδικοι. Η ανωτάτη επιτροπή εκδίδει τους κανονισμούς λειτουργίας των λοιπών επιτροπών και εποπτεύει ταύτας. Επίσης, αύτη κανονίζει την αρμοδιότητα, εν περιπτώσει συγκρούσεως διαφόρων επιτροπών, και επεμβαίνει, μόνον εν περιπτώσει κακής του νόμου εφαρμογής, προβαίνουσα η ιδία εις την ορθήν εφαρμογήν του.

¶ρθρον 8. Αι επιτροπαί συνεδριάζουσι πάντοτε εν ολομελεία και αποφασίζουσι εν συμβολίω κατ' απόλυτον πλειοψηφίαν, έργον έχουσαι την εξακρίβωσιν του εκ της αθεμίτου εκμεταλλεύσεως των εθνικών περιπετειών ακόπου πλουτισμού επί τη βάσει της αξιώσεως το 'Εθνους περί αποκαλύψεως και τιμωρίας των ανηθίκως πλουτισάντων. Η Ανωτάτω Επιτροπή θεωρείται εν απαρτία παρισταμένων επτά, τουλάχιστον, εκ των μελών της και αποφασίζει εγκύρως δια της ψήφου πέντε, τουλάχιστον, μελών. Ενώπιον πάσης επιτροπής ακούεται πάντοτε πας πολίτης, ο δε κρινόμενος και καλείται προς τούτο.

¶ρθρον 9. Η επιτροπή, λαμβάνουσα υπ' όψει τα διαχειρισθέντα κεφάλαια, τα ανάλογα προς ταύτα κέρδη, το είδος και την έκτασιν του επαγγέλματος, τον κύκλον των εργασιών, την προτέραν περιουσίαν, το εκ ταύτης εισόδημα, τας εκ δημοσίου υπηρεσίας νομίμους αποδοχάς, τας κληρονομίας ή δωρεάς, τας ιδιαιτέρας, εν γένει, συνθήκας και περιστάσεις και την οικογενειακήν κατάστασιν εκάστου κρινομένου, αποφαίνεται, ητιολογημένως, περί του υπερβάλλοντος της περιουσίας, όπερ θεωρεί ως αθεμίτως κτηθέν και διατάσσει την κατάσχεσιν και δήμευσιν τούτου, ως εξ αδικήματος προερχομένου.

¶ρθρον 10. Εκ της ούτω κατασχομένης περιουσίας, το εν τρίτον περιέρχεται εις το δημόσιον, το έτερον τρίτον εις το συνιστώμενον ειδικόν ταμείον αναπήρων και θυμάτων πολέμου και το τελευταίον τρίτον εις τα εν τη περιφερεία της κατοικίας του κατόχου της περιουσίας φιλανθρωπικά ή εκπαιδευτικά ιδρύματα.

¶ρθρον 11. Αι επιτροπαί δικαιούνται, εάν εν τη ερεύνη αυτών ανακαλύψουν πράξεις συνιστώσας ιδίως ποινικού νόμου παραβάσεις, να παραπέμψουν ταύτας εις το αρμόδιον ποινικόν δικαστήριον, χωρίς να αναστέλλουν εκ τούτου την πρόοδον των εργασιών των.

¶ρθρον 12. Εάν η έρευνα αποδείξη ότι καλώς εκτήσατο όσα απέκτησε ο κρινόμενος, αναγνωρίζει τούτον η επιτροπή άξιον πολίτην.

¶ρθρον 13. Αι επιτροπαί αμφοτέρων των βαθμών έχουσιν, επίσης, το δικαίωμα είτε αυτοδικαίως, είτε τη αιτήσει οιουδήποτε πολίτου, να ερευνήσουν ή να εξετάσουν τον πολυτελή ή σπάταλον βίον παντός ιδιώτου ή δημοσίου οργάνου ή πολιτευομένου, ως και κατά πόσον ανταποκρίνεται ούτος εις τα ηθικά και νόμιμα κέρδη, προερχόμενα εκ της ασκήσεως φανερού και ανεγνωρισμένου επαγγέλματος ή εκ της περιουσίας του.

¶ρθρον 14. Αι επιτροπαί δύνανται, κατά πάσαν περίπτωσιν, εν τη καταδικαστική αποφάσει των ν' απαγγείλουν στέρησιν πολιτικών δικαιωμάτων είτε ισοβίως, είτε εφ' ωρισμένον χρόνον. Διατάσσουν δε πάντοτε την, δαπάναις του καταδικαζομένου, δημοσίευσιν της αποφάσεώς των δια τριών, τουλάχιστον, ημερησίων εφημερίδων και την ανάρτησιν σχετικής πινακίδος εν τω καταστήματι ή τη κατοικία του, εφ' όσον χρονικόν διάστημα ήθελε διαρκέση η στέρησις των δικαιωμάτων ή ήθελον καθορίση αι επιτροπαί.

¶ρθρον 15. Εκάστη Επιτροπή αποτελεί ιδίαν ανεξάρτητον δημοσίαν αρχήν και λαμβάνει το όνομα του οικείου νομού η εφετείου, ονομαζομένη αναλόγως πρωτοβάθμιος ή δευτεροβάθμιος Επιτροπή... «Πόθεν έσχες», η δε εν Αθήναις εδρεύουσα ονομάζεται Ανωτάτη Επιτροπή «Πόθεν έσχες».

¶ρθρον 16. Ουδείς δύναται ν' ανακηρυχθή υπό του δικαστηρίου ως υποψήφιος οιουδήποτε αιρετού αξιώματος, εάν δεν συμπεριλάβη εν τη επιδιδομένη αιτήσει σχετικήν απόφασιν της αρμοδίας επιτροπής «Πόθεν έσχες» ή βεβαίωσιν αυτής περί της υποβολής δηλώσεως περιουσιακών στοιχείων.

¶ρθρον 17. Πάσας τας λεπτομερείας του παρόντος νόμου και τα της λειτουργίας των επιτροπών, τα της εκλογής και αποζημιώσεως των μελών αυτών και τα της εκτελέσεως των αποφάσεων αυτών, κανονισθήσονται δια διαταγμάτων, προκαλουμένων υπό του Υπουργείου της Δικαιοσύνης.

¶ρθρον 18. Ο παρών νόμος ισχύει μετά μήνα από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Στάθης Δάγλαρης